Print this page

Μια χριστουγεννιάτικη νύχτα του Οσίου Γέροντος Ιακώβου της Βίτσας

Ὁ χειμώνας τὴ χρονιὰ ἐκείνη ἦταν βαρύτατος στὰ ὀρεινὰ ὑψώματα τῶν Ζαγοροχωρίων. Βίτσα καὶ Μονοδένδρι εἶχαν θαφτεῖ στὸ χιόνι ἀπὸ τὰ μέσα Δεκεμβρίου καὶ ὁ ξηρὸς βοριᾶς ποὺ φυσοῦσε τὸ ἔσφιγγε καὶ τὸ ἔκανε γυαλί, ἐπικίνδυνο γιὰ κάθε ἕνα ποὺ ἦταν ὑποχρεωμένος νὰ περπατήσει, εἴτε γιὰ νὰ ἐπισκεφθεῖ τὰ ζωντανά του, εἴτε νὰ οἰκονομήσει κάτι γιὰ τὶς οἰκογενειακές του ἀνάγκες. Σπάνια νὰ εὕρισκες κάποιον πεζοπόρο-ὀρειβάτη, ποὺ ἤθελε νὰ ἀπολαύσει τὸ χειμωνιάτικο τοπίο μὲ τὴν ὀμορφιὰ τῶν στολισμένων δένδρων ἀπὸ τὶς πανεύμορφες κρυσταλλίζουσες νιφάδες καὶ νὰ βαδίζει τυλιγμένος στὸ πανωφόρι του μὲ τὰ ἀχνίζοντα χνώτα του νὰ θαμπώνουν τὴν ὅρασή του. Χειμερία νάρκη βασίλευε παντοῦ.

Ἀπὸ τὴ γιορτὴ τοῦ Ἁγίου Διονυσίου, στὶς 17 τοῦ Δεκέμβρη, ὁ Γέροντας Ἰάκωβος δὲν εἶχε βγεῖ ἀπὸ τὸ Μοναστήρι του. Συνήθιζε τότε νὰ σταματάει τὶς περιοδεῖες του γιὰ κατήχηση τοῦ λαοῦ καὶ ἐξομολόγηση. Ἂν βέβαια κάποιος εἶχε ἀνάγκη, τὸν εὕρισκε στὸν Προφήτη Ἠλία, στὸ ἀπόμακρο Μοναστηράκι του, ἐκεῖ ὅπου δὲν ἔπαυε νὰ προσεύχεται γιὰ ὅλο τὸν κόσμο καὶ νὰ λειτουργεῖ μὲ βοηθὸ καὶ ψάλτρια τὴ γερόντισσα, τυφλὴ ἀδελφή του. Ὁ Γέροντας ἦταν τόσο φιλακόλουθος, ποὺ δὲν ὑπῆρχε Ἅγιος τῆς ἡμέρας, ποὺ νὰ μὴν τὸν ψάλει καὶ νὰ μὴν τὸν παρακαλέσει γιὰ ὅλους τοὺς ἐνδεεῖς, τοὺς ἀρρώστους, τοὺς ἐμπερίσταστους, αὐτοὺς ποὺ ἐμμένουν στὴν ἁμαρτία, γιατὶ δὲν ἔχουν γευθεῖ τὴ γλυκύτητα τῆς μετάνοιας, τῆς ἐξομολογήσεως καὶ τῆς θείας κοινωνίας.

Ἐκείνη τὴ χρονιὰ καὶ νὰ ἤθελε νὰ συνεχίσει τὴν ἱεραποστολική του δράση στὰ δυσπρόσιτα χωριὰ τῆς Ἠπείρου ὁ Γέροντας Ἰάκωβος, εὕρισκε ἐμπόδιο τὸν καιρό. Οἱ χιονοπτώσεις καὶ ἡ παγωνιὰ τοῦ ἀπαγόρευαν κάθε μετακίνηση. Ἔτσι ἔμενε κλεισμένος μέσα, νὰ ἑτοιμάζεται γιὰ τὴ μεγάλη γιορτή. Οἱ ἑτοιμασίες τοῦ Γέροντα ἦταν πνευματικές. Τίποτα τὸ ὑλικὸ δὲν τὸν συγκινοῦσε. Πλημμύριζε ἡ καρδιά του ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ μας καὶ ἔνοιωθε ὁ εὐτυχέστερος τῶν ἀνθρώπων. Ὁ ὕμνος τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων τὸ βράδυ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ μας στὸ φτωχὸ σπήλαιο τῆς Βηθλεὲμ «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» δονοῦσε τὰ σωθικά του καὶ κινοῦσε τὰ χείλη του. Καὶ ὅταν ἡ καρδιὰ εἶναι γεμάτη Χριστό, τότε τὸ στομάχι χορταίνει μὲ τὸ παραμικρό, μὲ τὸ βρεγμένο παξιμάδι καὶ τὸ ψημένο στὴ χόβολη κρεμμύδι, ποὺ ἔχει ἀνείπωτη γλυκύτητα. Αὐτά, ἄλλωστε, διέθετε καὶ τὸ μικρὸ Μοναστηράκι τοῦ Γέροντα. Στὶς ἱεραποστολικές του ἐπισκέψεις ἡ ἀδελφή του ποὺ πάντοτε τὸν συνόδευε συγκέντρωνε ἀπὸ τὴν ἀγάπη τῶν πιστῶν, ὅ,τι τῆς ἔδιναν. Ἀλεύρι σταρένιο, κριθάρινο ἢ καλαμποκίσιο, καρύδια, μύγδαλα, μέλι, ὄσπρια, τυριὰ καὶ ἄλλα φαγώσιμα, τὰ ὁποῖα κατανάλωνε μαζὶ μὲ τὸν Γέροντα ἀδελφό της καὶ περίσσευαν καὶ γιὰ τοὺς προσκυνητές. Βλέπετε, ἡ φιλοξενία ἦταν στὸ αἷμα τοῦ ταπεινοῦ λευΐτη, τοῦ πατρὸς Ἰακώβου, καὶ κανεὶς δὲν ἔφευγε ἀπὸ τὸ ἐρημητήριό του, χωρὶς νὰ δεχθεῖ τὰ δῶρα τῆς ἀγάπης του. Μήπως ἔχουμε τίποτα δικό μας, ὅλα τὰ ἀγαθὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι, «πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθεν ἐστὶ καταβαῖνον», ἔλεγε. Μᾶς τὰ χαρίζει ὁ δωρεοδότης Κύριός μας, καὶ ἐπαναλάμβανε τὰ λόγια τοῦ τροπαρίου τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων: «Δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε»!

Τὴν παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων τὰ χιόνια εἶχαν καλύψει τὸν αὐλόγυρο τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ χρειάσθηκε μὲ τὰ ροζιασμένα ἀλλὰ ἁγιασμένα χεράκια του νὰ ἀνοίγει μόνος του διάδρομο ἀπὸ τὴν πόρτα τῶν κελλιῶν μέχρι τὴν εἴσοδο τοῦ Ναοῦ. Στὸ μέσο τῆς αὐλῆς ὑπῆρχε ἡ στεγασμένη δεξαμενή, ὅπου μάζευε τὰ ὄμβρια ὕδατα καὶ μὲ αὐτὰ ἐξυπηρετοῦσε ὅλο τὸ χρόνο τὰς ἀνάγκες του σὲ νερό. Αὐτὴ ἔπρεπε νὰ τὴν παρακάμψει στὸν ἀποχιονισμό, ἀλλὰ ἐξ ἀνάγκης τὴ γέμιζε μὲ περισσότερο χιόνι, ἀπ’ αὐτὸ ποὺ πετοῦσε μὲ τὸ ὁλόγιομο φτυάρι του.

Μέσα στὸν Ναὸ τὸ κρύο ἦταν τσουχτερό. Γέμισε ὁ Γέροντας τὴν ξυλόσομπα μὲ καυσόξυλα, ἀπὸ αὐτὰ ποὺ τοὺς θερινοὺς μῆνες μάζευε ἀπὸ τὸ γειτονικὸ δάσος καὶ ἀρκοῦσαν καὶ γιὰ τὸ τζάκι καὶ τὴν ἑστία τοῦ μαγειρείου, τὸ βασίλειο τῆς τυφλῆς ἀδελφῆς του. Αὐτὴ ἦταν ἡ μαγείρισσα. Πόσο μιὰ τυφλὴ μποροῦσε νὰ μαγειρέψει καλὰ καὶ καθαρά; Κι ὅμως ποτὲ ὁ Γέροντας δὲν παραπονέθηκε γιὰ τὸ φαγητὸ τῆς ἀδελφῆς του.

Τὸ θεωροῦσε εἶδος πρὸς συντήρηση. «Δὲν ζοῦμε, γιὰ νὰ τρῶμε», ἔλεγε, «ἀλλὰ τρῶμε γιὰ νὰ ζοῦμε».

Τὴν ὥρα τοῦ «ἱλαροῦ φωτός», τοῦ Ἑσπερινοῦ, ὁ Γέροντας Ἰάκωβος ἄναψε ὅλα τὰ καντήλια τοῦ τέμπλου καὶ τῆς Ἁγίας Τραπέζης ψάλλοντας τὸ δοξαστικὸ τῶν Χριστουγέννων: «Τί Σοὶ προσενέγκωμεν, Χριστέ»; Τί νὰ σοῦ προσφέρουμε, Χριστέ μου, ἀφοῦ «ἰσαρίθμους τῇ ψάμμῳ ᾠδὰς ἂν προσφέρωμέν Σοι, Βασιλεῦ Ἅγιε, οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον»; Εὐπρέπισε τὸ προσκυνητάρι βάζοντας τὴν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ

μας μὲ μερικὰ κλαδιὰ δένδρων, τοποθέτησε τὸ νάμα καὶ τὸ πρόσφορο στὴν Ἁγία Πρόθεση καὶ ἄναψε ὅλα τὰ κεριὰ τοῦ πολυελέου. Σήμερα γεννήθηκε ὁ Χριστός μας, μονολόγησε, πρέπει νὰ τὸν ὑποδεχθοῦμε βάζοντας τὰ γιορτινά μας. Ὅλος ὁ Ναὸς πρέπει νὰ λάμψει σὰν τὴν φάτνη ἀπὸ τὸ ἀστέρι τῶν Χριστουγέννων. Μόνο βοσκοὺς δὲν ἔχουμε, εἶπε, νὰ προσκυνήσουν τὸ νεογέννητο θεῖο Βρέφος. Ὄχι ὅτι τὰ χωριά μας δὲν ἔχουν βοσκούς, ἀφοῦ ἡ κτηνοτροφία εἶναι ἡ βασικὴ πηγὴ ζωῆς στὴν ὀρεινὴ περιοχή μας, καὶ κάθε πλαγιὰ ἔχει καὶ τὴ δική της στάνη, ἀλλὰ μὲ τέτοιο χιονιὰ ποιός θὰ μπορέσει νὰ φύγει ἀπὸ τὴ στάνη του, γιὰ νὰ ἔλθει στὴ χριστουγεννιάτικη λειτουργία τοῦ ἀπόμερου Μοναστηριοῦ μας;

Στὸ ἀναλόγιο ἡ τυφλὴ καλόγρια ἀδελφή του μὲ καθαρὴ μαντήλα καὶ ράσα ἑτοιμάσθηκε γιὰ τὴν Ἀκολουθία τῶν Χριστουγέννων. Ἔψαλλε ὅσα γνώριζε ἀπὸ στήθους λόγῳ τῆς πολυχρόνιας ἐμπειρίας καὶ ψαλμωδίας καὶ ἀπήγγελλε τοὺς Ψαλμοὺς καὶ τὰ Ἀναγνώσματα μὲ περισσὴ κατάνυξη. Ὁ Γέροντας ντυμένος μὲ ἁπλᾶ, ἀλλὰ πεντακάθαρα ἄμφια, βοηθοῦσε ψάλλοντας τὰ ἰδιόμελα τῆς Ἑορτῆς μὲ τὴ μελωδικώτατη φωνή του: «Τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ γεννηθέντος πεφώτισται τὰ σύμπαντα...».

Ὅταν ἔφθασαν στὰ καθίσματα τοῦ ὄρθρου καὶ ἄρχισαν νὰ ψάλλουν τὰ κατανυκτικώτατα «Δεῦτε ἴδωμεν πιστοὶ ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός...» ἄκουσαν κτυπήματα στὸ χερούλι τῆς ἐξώπορτας τοῦ Μοναστηριοῦ. Κοίταξε μὲ ἀπορία ὁ Γέροντας στὸ πρόσωπο τὴν ἀδελφή του, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ θορυβημένη μὲ μορφασμοὺς ἐκδήλωνε τὴν ἀνησυχία της. Δέν περίμεναν μὲ τέτοιο καιρὸ κανέναν. Καὶ ἡ νύχτα ἦταν ἤδη προχωρημένη.

Ποιός μποροῦσε νὰ πλησιάσει μέσα ἀπὸ τὸ ἀπάτητο χιόνι στὸ Μοναστήρι;

-Θὰ εἶναι ἐχθρὸς ἢ φίλος; Ρώτησε ἡ καλόγρια.

-Δὲν ἔχουμε ἐχθρούς. Ὅλοι εἶναι ἀδέλφια μας καὶ ἴσως κάποιος νὰ ἔχει ἀνάγκη, ἀπάντησε ὁ Γέροντας, ὁ ὁποῖος φόρεσε ἕνα χοντρὸ ἐπανωφόρι καὶ βιάστηκε νὰ ἐξέλθει ἀπὸ τὸ Ναὸ παίρνοντας μαζί του ἕνα λυχνοφάναρο, γιὰ νὰ τοῦ φέγγει τὸ διάδρομο μέχρι τὴν ἐξώπορτα. Τὸ παγωμένο χιόνι ἀντιφέγγιζε μὲ τὸ φῶς τοῦ λυχναριοῦ, ἀλλὰ ἐμπόδιζε τὸ περπάτημα. Ἡ ζεστασιὰ τῆς θείας Γεννήσεως θέρμαινε τόσο τὸν Γέροντα, ποὺ δὲν ἔνοιωθε πόνο ἀπὸ τὸν παγωμένο βοριά, ποὺ τοῦ ρίπιζε τὸ σκαμμένο ἀπὸ τὸ χρόνο ἀσκητικό του πρόσωπο.

-Χριστὸς ἐτέχθη, φώναξε! Ποιός εἶσαι, ἀδελφέ;

Ἡ φωνὴ τοῦ ξένου ἀκούσθηκε χαμηλή, ἴσα ποὺ τὴν ξεχώριζες.

-Χριστιανὸς εἶμαι, χάθηκα μέσα στὰ βουνὰ καὶ τὸ χιόνι μοῦ δυσκόλεψε τὸν προσανατολισμό. Ἄκουσα τὴν καμπάνα καὶ κατάλαβα ὅτι κάπου κοντὰ γιορτάζουν τὰ Χριστούγεννα. Εἶπα· «Χριστέ μου, βοήθησέ με νὰ γιορτάσω κι ἐγὼ τὴ γέννησή Σου!

Κι’ Ἐσὺ δὲν εἶχες τόπο νὰ γεννηθεῖς στὴ χειμωνιάνικη Βηθλεὲμ καὶ βρέθηκε τὸ σπήλαιο νὰ Σὲ δεχθεῖ. Βρές μου κι ἐμένα τώρα ἕνα σπήλαιο. Ἂν δὲν βρῶ σύντομα μιὰ ζεστὴ γωνιά, θὰ πεθάνω ἀπὸ τὸ κρύο. Μὴν μὲ ἐγκαταλείπεις, Χριστέ μου, ἀφοῦ γιὰ ἐμᾶς ἔγινες ἄνθρωπος»!

Ὁ Γέροντας ἄνοιξε γρήγορα τὴν πόρτα καὶ τὴν ἔκλεισε πίσω του. Καλωσόρισε τὸν παγωμένο ὁδοιπόρο καὶ πηγαίνοντας μπροστὰ μὲ τὸ λυχνοφάναρο τὸν ὁδήγησε κατ’ εὐθεῖαν στὸν ζεστὸ καὶ ὁλόφωτο Ναό. Τοῦ ἔβαλε μιὰ καρέκλα δίπλα στὴν ξυλόσομπα καὶ τὸν προέτρεψε νὰ καθήσει ἐκεῖ, γιὰ νὰ ζεσταθεῖ, καὶ ὁ ἴδιος βγάζοντας τὸ πανωφόρι του μπῆκε στὸ Ἱερὸ Βῆμα καὶ ἄρχισε τὶς Καταβασίες. Δονήθηκε ὅλος ὁ Ναὸς μὲ τὸ «Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε», τὸν περίφημο Κανόνα τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Μελωδοῦ καὶ τὸ «Ἔσωσε λαὸν θαυματουργῶν Δεσπότης» τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ. Ἡ τυφλὴ καλόγρια βαστοῦσε τὸ ἴσο καὶ ἐπαναλάμβανε τὶς γνωστὲς σὲ ἐκείνην καταβασίες. Ὁ ξένος ἔνοιωσε τὴ θαλπωρὴ τοῦ Ναοῦ καὶ τὴν Ψαλμωδία τῶν δύο ἀδελφῶν σὰν οὐράνιο δῶρο. «Ζεῖ Κύριος» μονολογοῦσε. «Δὲν μὲ ἄφησε νὰ χαθῶ. Ἔχασα τὸ δρόμο μου μέσα στὶς δυσκολοπερπάτητες βουνοπλαγιὲς καὶ μέσα στὸ βαρύτατο χιονιά, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς γεννήθηκε καὶ γιὰ μένα σήμερα».

Πρὶν τοὺς Αἴνους ὁ Γέροντας πλησίασε τὸν ἄγνωστο χριστουγεννιάτικο ἐπισκέπτη του, ὁ ὁποῖος βρισκόταν σὲ κατάσταση ἀπόλυτης κατανύξεως.

-Πῶς πᾶς, ἀδελφέ; Τὸν ρώτησε. Ζεστάθηκες; Ὁ Κύριός μας σὲ ἀγαπᾶ. Γιὰ ὅλους μας γεννήθηκε σήμερα. Σὲ ἔστειλε κοντά μας. Ἂς εἶναι δοξασμένο τὸ ὄνομά Του. Μήπως θέλεις νὰ Τὸν νοιώσεις πιὸ βαθιὰ στὴν καρδιά σου; Μήπως θέλεις νὰ ἐξομολογηθεῖς, ἂν ἔχεις κάτι ποὺ σὲ βαραίνει;

Ὁ ξένος συγκατένευσε καὶ σὲ λίγο ἐμπρὸς στὴν Ὡραία Πύλη καὶ κάτω ἀπὸ τοὺς κινούμενους ἀπὸ τὸν Γέροντα πολυελέους συντελέσθηκε τὸ μυστήριο. Ἡ ἐξομολόγηση καθάρισε τὴν καρδιὰ τοῦ ὁδοιπόρου καὶ τὴν ἑτοίμασε νὰ ζεσταθεῖ καὶ αὐτὴ μὲ τὴν παρουσία τοῦ νεογέννητου Χριστοῦ.

Στὸ «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε» ὁ ξένος δέχθηκε τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ μας. Καὶ στὴν καρδιά του ποὺ ἔγινε φάτνη γεννήθηκε ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου. Ὁ Γέροντας περίχαρις ἀπευθύνθηκε στὴν ἀδελφή του λέγοντας:

-Καλογραῖα, νὰ ποὺ ὁ Χριστός μας ἔστειλε καὶ τοὺς βοσκοὺς νὰ τὸν προσκυνήσουν! Ἡ καμπάνα μας ἔγινε ὁ ἀστέρας ποὺ ὁδήγησε τὸν ἀδελφὸ κοντά μας. Τὸν ὁδήγησε ἐδῶ, ὥστε καὶ ἐκεῖνος νὰ χαρεῖ τὴν πνευματικὴ τῶν Χριστουγένων ἀγαλλίαση, ἀλλὰ καὶ ἐμεῖς νὰ μὴν εἴμαστε μόνοι, χρονιάρα μέρα.

Στὸ τζάκι δίπλα μετὰ τὸ «δι’ εὐχῶν» μιὰ ζεστὴ σούπα ἦταν τὸ καλύτερο βάλσαμο γιὰ ὅλους. Καὶ τὸ φτωχικὸ χριστουγεννιάτικο τραπέζι τοῦ Γέροντα καὶ τῆς ἀδελφῆς του ἦταν καλύτερο καὶ φαινόταν πλουσιότερο ἀπὸ τὰ πιὸ ἀριστοκρατικά, χριστουγεννιάτικα τραπεζώματα στὰ μεγάλα ἀρχοντόσπιτα. «Κανεὶς δὲν χορταίνει μὲ τὰ φαγητά», ἔλεγε, ὁ Γέροντας, «ἀλλὰ μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ γεμίζει καὶ θερμαίνει καρδιές».

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας


1 Νέος Ὅσιος Γέροντας, ὁ π. Ἰάκωβος Βαλαδῆμος, κοιμήθηκε στὶς 15 Φεβρουαρίου τοῦ 1960.