Άγιος Ιωάννης Θεολόγος

Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής και Θεολόγος

Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος και Ευαγγελιστής

Σύντομος Βίος Ἁγίου Ἀποστόλου καί Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου

Ὁ Ἀπόστολος καί Εὐαγγελιστής Ἰωάννης1 ὁ θεολόγος, ἦταν ἕνας ἀπό τούς μαθητές τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, συγγραφέας τοῦ τετάρτου εὐαγγελίου, καθώς και τοῦ βιβλίου τῆς Ἀποκαλύψεως καί τριῶν ἐπιστολῶν. Ὀνομάστηκε θεολόγος ἐξ αἰτίας τῶν ὑψηλῶν θεολογικῶν νοημάτων τοῦ εὐαγγελίου πού συνέγραψε καί συγκεκριμένα τῆς σημαντικῆς χριστολογίας πού ἀνέπτυξε. Ὁ Ἰωάννης ὑπῆρξε ἀπό τούς πλέον ἀγαπημένους μαθητές τοῦ Κυρίου. Εἶναι ὁ Εὐαγγελιστής τῆς ἀγάπης, ὄχι μόνο γιατί ἀναφέρεται συνεχῶς στήν ἀγάπη, ἀλλά κυρίως γιατί τήν βίωνε καί τήν ἐξέφραζε. Ἀγαποῦσε πολύ τόν Διδάσκαλό του καί τόν ἀκολούθησε καί στίς πιό δύσκολες ὧρες τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του.

Ὁ Ἰωάννης, γιός τοῦ Ζεβεδαίου καί τῆς Σαλώμης, ἐξαδέλφης τῆς Κυρίας Θεοτόκου, καταγόταν ἀπό ἕνα φτωχό χωριό τῆς Γαλιλαίας πού ὀνομαζόταν Βηθσαϊδά. Ὁ Ἰωάννης, ἀπό μικρός ὑπῆρξε πιστός μαθητής τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Τήν ἡμέρα πού ὁ Βαπτιστής εἶδε τόν Ἰησοῦ μαρτύρησε γι’ Αὐτόν λέγοντας: «Ἴδε ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ» (Ἰωάν. 1,35-40). Ἀμέσως οἱ δύο μαθητές του ὁ Ἰωάννης καί ὁ Ἀνδρέας ἀκολούθησαν τόν Κύριο μέ ἀφοσίωση καί ἀγάπη.2

Ὁ Ἰωάννης ἦταν ὁ μικρότερος στήν ἡλικία μαθητής τοῦ Κυρίου, σχεδόν ἔφηβος. Ὁ ὑπέροχος χαρακτήρας του, ἡ ἀγνότητα, ἡ ὑπακοή του, ἡ πίστη καί ἡ ἀφοσίωσή του στόν Κύριο, εἶχαν ὡς συνέπεια νά εἶναι λίαν ἀγαπητός ἀπό τόν Ἰησοῦ καί τούς ἄλλους ἀποστόλους. Ἐξ αἰτίας τοῦ σπάνιου αὐθορμητισμοῦ του ἐπονομάστηκε ἀπό τόν Κύριο Βοαναργές.3

Ὁ Ἰωάννης εὐτύχησε νά δεῖ τό θαῦμα τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου στό ὄρος Θαβώρ. Ἐπίσης ἡ μεγάλη οἰκειότητα καί ἀγάπη πού τοῦ εἶχε ὁ Κύριος φαίνεται ἀπό τό περιστατικό τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, ὅπου ὁ Πέτρος ἀπευθύνθηκε σέ αὐτόν νά μεσολαβήσει, ὥστε νά μάθουν ποιός θά τόν προδώσει. Ὁ Ἰωάννης εἶχε τό θάρρος νά πέσει στό στῆθος τοῦ Διδασκάλου του καί μέ ἀγωνία νά τόν ρωτήσει, ποιός εἶναι ὁ προδότης.

Ὕστερα ἀπό τή σύλληψη τοῦ Ἰησοῦ ὁ Ἰωάννης τόν ἀκολούθησε καί μπῆκε στήν αὐλή τοῦ ἀρχιερέα Καϊάφα καί κατά τή Σταύρωση τοῦ Κυρίου αὐτός μαζί μέ λίγες εὐσεβεῖς γυναῖκες παραβρέθηκαν κάτω ἀπό τό Σταυρό, ἐνῶ ὅλοι Τόν εἶχαν ἐγκαταλείψει. Γι' αὐτό καί ὁ Κύριος ἀναθέτει στόν ἀγαπημένο του μαθητή τήν φροντίδα τῆς Μητέρας Του, λέγοντάς της: «Γύναι, ἰδού ὁ υἱός σου», καί στόν Ἰωάννη «Ἰδού ἡ μήτηρ σου» (Ἰω. 20,4). Ἀπό τήν ὥρα ἐκείνη, πῆρε στό σπίτι του τήν Μητέρα τοῦ Κυρίου. Καί ὅταν ἀνεστήθη ὁ Κύριος, ὁ Ἰωάννης μαζί μέ τόν Πέτρο πῆγαν πρῶτοι στόν τάφο.

Ὁ Ἰωάννης ἦταν ἐπίσης παρών στήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου καί κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, μαζί μέ τούς ἄλλους μαθητές, δέχτηκε τήν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μέχρι τήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου ἔμεινε στά Ἱεροσόλυμα, ὑπηρετώντας την σ’ ὅλες της τίς ἀνάγκες.

Ὕστερα ἀπό τήν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁ Ἰωάννης ἄρχισε νά κηρύττει μαζί μέ τόν Πέτρο τό Εὐαγγέλιο στή Σαμάρεια (Πράξ. 8,14). Στίς Πράξεις ἐπίσης βλέπουμε πώς ὁ Πέτρος καί ὁ Ἰωάννης μαζί συνελήφθησαν καί ὁδηγήθηκαν ἐνώπιον τοῦ συνεδρίου διακηρύσσοντας τήν πίστη τους (Πράξεις 4, 1-23). Τόσος ἦταν ὁ ζῆλος καί ἡ φροντίδα του γιά τήν πρώτη Ἐκκλησία, ὥστε ὁ Παῦλος τόν ὀνόμασε τιμητικά μαζί μέ τούς Πέτρο καί Ἰάκωβο τόν ἀδελφόθεο «στύλους τῆς Ἐκκλησίας» (Γαλ. 2, 9).

Ὕστερα ἀπό τήν καταστροφή τῆς Ἱερουσαλήμ τό 70 μ.Χ. ἀπό τόν Τίτο, ἔπεσε ὁ κλῆρος στόν Ἰωάννη νά ἔλθει στήν Μικρά Ἀσία, πού ἦταν ἀφημένη στήν εἰδωλολατρική πλάνη. Ἐκεῖ προλέγει ὁ Ἰωάννης στόν μαθητή του Πρόχορο τήν τρικυμία καί τό ναυάγιο πού πρόκειται νά ὑποστοῦν γιά σαράντα ἡμέρες. Ἀπό αὐτήν τήν τρικυμία ἡ θάλασσα ἔβγαλε τόν Πρόχορο στήν Σελεύκεια. Ἀπό ἐκεῖ πῆγε σ’ ἕνα τόπο τῆς Ἀσίας πού λέγεται Μαρμαρεώτης, ὅπου συνάντησε τόν δάσκαλο του Ἰωάννη πού τόν εἶχε βγάλει ἐκεῖ ἡ θάλασσα. Κατόπιν πῆγαν καί οἱ δύο στήν Ἔφεσο, ὅπου συνάντησαν μία γυναίκα μέ τό ὄνομα Ρωμάνα, ἡ ὁποῖα πῆρε τόν μέγα Ἰωάννη καί τόν μαθητή του Πρόχορο καί τούς ἀνάγκασε νά δουλεύουν σ’ ἕνα δικό της λουτρό, σάν νά τούς εἶχε ἐξαγορασμένους δούλους. Μέσα σ’ ἐκεῖνο τό λουτρό κατοικοῦσε καί ἕνας ἄγριος δαίμονας, πού συνήθιζε τρεῖς φορές κάθε χρόνο νά πνίγη ἕνα νέο ἤ μία νέα. Αὐτό συνέβαινε, διότι, ὅταν θεμελιωνόταν ἐκεῖνο τό λουτρό, ἔπεισε ὁ διάβολος ἐκείνους πού ἔκτιζαν νά χώσουν μέσα στά θεμέλια ἕνα νέο καί μία νέα, μέ σκοπό τάχα νά ἀντιλαλεῖ καί νά βγάζει μεγάλο ἦχο τό λουτρό. Ἀπ’ αὐτό λοιπόν ἀφοῦ πῆρε ἀφορμή ὁ ἀνθρωποκτόνος διάβολος, ἔπνιγε ἐκεῖ συχνά τούς ἀνθρώπους. Κάποια μέρα πού ἔμπαινε στό λουτρό γιά νά λουσθεῖ ὁ Δόμνος, παιδί τοῦ Διοσκορίδου τοῦ συζύγου τῆς Ρωμάνας, πνίγηκε ἀπό τόν Δαίμονα. Θρηνοῦσε λοιπόν ἡ Ρωμάνα ἀπαρηγόρητα γιά τόν θάνατο τοῦ Δόμνου, ἐνῶ ὁ πατέρας του ὁ Διοσκουρίδης, ὅταν ἔμαθε τήν ξαφνική εἴδηση τοῦ θανάτου του, πέθανε ἀπό ὑπερβολική λύπη. Παρακαλοῦσε λοιπόν ἡ Ρωμάνα τήν ψευτοθεά Ἄρτεμη γιά νά ἀναστήσει τόν Δόμνο. Ὁ Ἰωάννης λοιπόν ρώτησε τόν Πρόχορο γιά ποιά αἰτία θρηνεῖ ἡ Ρωμάνα. Ἐκείνη ὅταν τούς εἶδε νά συνομιλοῦν ἔπιασε καί ἄρχισε νά τόν συκοφαντεῖ, ὅτι εἶναι μάγος καί τέλος νά τόν φοβερίζει ὅτι πρόκειται νά τόν θανατώσει, ἐάν δέν μεταχειριστεῖ κάθε μέσο γιά νά ἀναστήσει τόν Δόμνο. Ἀφοῦ λοιπόν ἀναγκάσθηκε ἔτσι ὁ Ἀπόστολος ἔκανε προσευχή καί ἀμέσως ἀνεστήθη ὁ Δόμνος. Αὐτό τό θαῦμα, ὅταν εἶδε ἡ Ρωμάνα ἀφοῦ ἐξομολογήθηκε εἰλικρινά τίς ἁμαρτίες της καί ἀφοῦ ζήτησε συγχώρηση γιά τίς κακοπάθειες πού προξένησε στόν Ἀπόστολο καί τόν μαθητή του, ἐπέστρεψε στόν Χριστό καί βαπτίσθηκε.

Ὕστερα ἀπό τόν Δόμνο ὁ Ἰωάννης ἀνέστησε τόν πατέρα του τόν Διοσκουρίδη, τούς βάπτισε καί ἔδιωξε τόν πονηρό Δαίμονα πού κατοικοῦσε μέσα στό λουτρό.

Ἐπειδή οἱ Ἐφέσιοι τελοῦσαν μεγάλη γιορτή στήν ψευτοθεά Ἄρτεμη, γι’ αὐτό ὁ Ἀπόστολος πῆγε κατά τόν καιρό τῆς γιορτῆς καί ἀνέβηκε ἐπάνω σ’ ἐκεῖνο τό μέρος, ὅπου στεκόταν τό εἴδωλο τῆς Ἀρτέμιδος. Οἱ ὄχλοι ὅμως βλέποντάς τον θύμωσαν πολύ καί ἄρχισαν νά τόν λιθοβολοῦν. Ὅμως οἱ πέτρες χτύπησαν τό εἴδωλο μέχρι πού τό συνέτριψαν. Ἐκεῖνοι ὅμως δέν θέλησαν νά ἔλθουν σέ συναίσθηση, ἀλλά βλέποντας τόν Ἀπόστολο νά τούς μιλάει γιά πίστη, πάλι τόν λιθοβολοῦσαν. Οἱ πέτρες ὅμως παράδοξα ἐπέστρεφαν καί χτυποῦσαν τούς ἴδιους καί τούς πλήγωναν. Τότε ὁ θεῖος Ἀπόστολος ἔκανε προσευχή στόν Θεό καί ἀμέσως ἔγινε σεισμός μεγάλος καί χάθηκαν ἀπ’ αὐτόν διακόσιοι ἄνθρωποι. Βλέποντας αὐτό οἱ ὑπόλοιποι ἄνθρωποι μόλις καί μετά βίας ἀπαλλάχτηκαν ἀπό τήν μέθη καί τόν σκοτισμό τῆς πλάνης καί παρακαλοῦσαν θερμά τόν Ἀπόστολο νά ἐλεηθοῦν καί οἱ ἴδιοι καί νά ἀναστηθοῦν ὅσοι πέθαναν. Πάλι λοιπόν, ἀφοῦ προσευχήθηκε ὁ Ἀπόστολος, ἀμέσως ὅλοι ἀναστήθηκαν καί ἔπεσαν ὅλοι στά πόδια τοῦ Ἀποστόλου καί, ἀφοῦ πίστεψαν στόν Χριστό, βαπτίστηκαν.

Ἔπειτα πῆγε ὁ Ἀπόστολος σ’ ἕνα τόπο πού ὀνομαζόταν Τύχη καί ἐκεῖ θεράπευσε ἕνα παράλυτο πού ἦταν κατάκοιτος δώδεκα ὁλόκληρα χρόνια. Ἐπειδή λοιπόν ἔκανε ὁ Ἀπόστολος καί ἄλλα πολλά θαύματα καί ἡ φήμη του ἔτρεχε παντοῦ, βλέποντας αὐτά ὁ δαίμονας, πού ἔμενε καί κατοικοῦσε στόν ναό τῆς Ἀρτέμιδος, καί γνωρίζοντας ὅτι καί ὁ ἴδιος θά διωχτεῖ ἀπό τόν Ἰωάννη, μεταμορφώθηκε σέ στρατιώτη, κρατώντας στά χέρια χαρτιά καί κλαίγοντας, ὅτι δῆθεν ἔφυγαν ἀπό τά χέρια του δύο μάγοι ἄριστοι καί ἐξαιρετικοί, πού τοῦ δόθηκαν ἀπό τήν ἐξουσία νά τούς φυλάει. Ἔδειχνε στούς ἀνθρώπους ἐκεῖ καί ἕνα δέμα μέ φλουριά καί ὑποσχόταν νά τό δώσει σ’ αὐτούς, ἐάν βροῦν τούς μάγους καί τούς θανατώσουν.

Ἀκούγοντας λοιπόν αὐτά πολλοί κινήθηκαν ἐναντίον τοῦ σπιτιοῦ τοῦ Διοσκουρίδου φοβερίζοντας, ὅτι θά τό κατακαύσουν μαζί μ’ αὐτόν, ἄν δέν παραδώσει στά χέρια τους τούς μάγους. Ὁ εὐλαβής ὅμως καί εὐγνώμων Διοσκουρίδης προτιμοῦσε καλύτερα νά καεῖ, παρά νά παραδώσει τούς Ἀποστόλους, πού τοῦ φανῆκαν εὐεργέτες του. Ὁ Ἰωάννης, προγνωρίζοντας μέ τήν προορατική χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅτι ἄν παραδοθεῖ σ’ αὐτούς πρόκειται πάλι νά κάνει θαύματα καί ἀπ’ αὐτό νά ἐπιστρέψει πολλούς στόν ὀρθό δρόμο παρέδωσε τόν ἑαυτό του ὁ ἴδιος μαζί μέ τόν Πρόχορο στούς ἀπίστους.

Ἀφοῦ λοιπόν σύρθηκαν ἀπό τούς ἀπίστους οἱ Ἀπόστολοι τοῦ Κυρίου, ὅταν πῆγαν στόν ναό τῆς Ἀρτέμιδος, προσευχήθηκαν στόν Θεό νά γκρεμιστεῖ ὁ ναός, ἀλλά κανένας ἄνθρωπος νά μή πάθει κακό. Πράγμα τό ὁποῖο καί ἔγινε. Τότε ὁ μέγας Ἀπόστολος διατάζει τόν Δαίμονα νά μή κατοικεῖ πιά σ’ αὐτόν τόν τόπο. Ἀμέσως λοιπόν ἔφυγε ὁ δαίμονας ἀπό τήν πόλη τῆς Ἐφέσου. Οἱ Ἕλληνες βλέποντας αὐτά φοβήθηκαν καί πίστεψαν πολλοί καί βαπτίστηκαν.

Ὁ Ἰωάννης ἐξορία στήν Πάτμο

Ἐπειδή λοιπόν ἔκανε καί ἄλλα πολλά θαύματα ὁ Ἰωάννης, καί γύρισε πολύ πλῆθος Ἑλλήνων στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ καί ἔπειτα, ἐπειδή ἡ φήμη τους ἔφθασε στ’ αὐτιά τοῦ τότε αὐτοκράτορα Δομιτιανοῦ πού βασίλευε κατά τό 82 μ.Χ., ὁ Δομιτιανός ἔστειλε καί ἔφερε μπροστά του τόν μέγα Ἰωάννη μαζί μέ τόν Πρόχορο.

Ἀφοῦ λοιπόν τούς ἔκανε ἐρωτήσεις καί εἶδε τήν σταθερότητα πού ἔδειξαν γιά τήν πίστη τους, τούς ὑπέβαλε σέ βασανιστήρια. Τούς ἔβαλε νά πιοῦν δηλητήριο καί ἀφοῦ δέν ἔπαθαν τίποτε τούς ἔριξε σ’ ἕνα πιθάρι μεγάλο μέ βραστό λάδι. Ἀφοῦ καί ἀπό ἐκεῖ βγῆκαν χωρίς νά πάθουν τό παραμικρό, μέ διαταγή τοῦ Δομιτιανοῦ ἐξορίζονται στήν νῆσο Πάτμο. Ὁ Κύριος ὅμως εἶχε προλάβει καί φανέρωσε μέ ὅραμα στόν Ἰωάννη ὅτι πρόκειται νά πάθει πολλούς πειρασμούς καί ὅτι θά ἐξοριστεῖ σ’ ἕνα νησί πού ἔχει μάλιστα πολύ μεγάλη ἀνάγκη τῆς δικῆς του παρουσίας.

Πλέοντας λοιπόν στήν θάλασσα ὁ Ἀπόστολος μαζί μέ τούς σωματοφύλακες τοῦ αὐτοκράτορα, ἀνέστησε ἕνα στρατιώτη πού πέθανε στόν δρόμο, ἠρέμησε τή θάλασσα ἀπό τήν τρικυμία καί θεράπευσε ἕναν ἀπό τούς σωματοφύλακες πού ἔπασχε ἀπό δυσεντερία. Βλέποντας λοιπόν αὐτά οἱ σωματοφύλακες πίστεψαν ὅλοι στόν Χριστό καί βαπτίστηκαν.

Ἀφοῦ ἔφτασε ὁ Ἰωάννης στήν Πάτμο τό 95 μ.Χ., ἐλευθέρωσε τόν Ἀπολλωνίδη, τό παιδί τοῦ Μύρωνος ἀπό τό μαντικό πνεῦμα πού κατοικοῦσε σ’ αὐτόν καί τό ἐξόρισε μακριά ἀπ’ τό νησί. Ἀπ’ τό θαῦμα αὐτό πίστεψαν στόν Χριστό καί βαπτίσθηκαν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, πού βρίσκονταν στό σπίτι τοῦ Μύρωνος. Τό ἴδιο καί ὁ Ἀπολλωνίδης πού ἐλευθερώθηκε καί ἡ κόρη τοῦ Χρυσίππη μέ τούς ἀνθρώπους της. Ὕστερα βαπτίσθηκε καί ὁ ἴδιος ὁ ἄρχοντας τῆς χώρας τῆς Πάτμου.

Ὁ Ἰωάννης ἐναντίον τοῦ Κύνωπα τοῦ μάγου

Βρισκόταν στήν Πάτμο κάποιος μάγος πού ὀνομαζόταν Κύνωψ, πού κατοικοῦσε σ’ ἔρημο τόπο ἀρκετά χρόνια μαζί μέ τά ἀκάθαρτα δαιμόνια. Αὐτόν τόν μάγο ὅλοι ὅσοι κατοικοῦσαν στό νησί τόν θεωροῦσαν σάν θεό, γιά τίς φαντασίες καί ἐνέργειες τῶν δαιμόνων πού γίνονταν ἀπ’ αὐτόν. Οἱ ἱερεῖς τοῦ ψεύτικου θεοῦ Ἀπόλλωνα καθώς εἶδαν τόν Ἰωάννη πού δίδασκε μέ πολλή παρρησία τήν πίστη στόν Χριστό, ἔτρεξαν στόν Κύνωπα καί τόν παρακάλεσαν γονατιστοί νά κινηθεῖ κατά τοῦ Ἰωάννου, ἐπειδή αὐτός ἐρήμωσε σχεδόν τόν ναό τοῦ Ἀπόλλωνα καί τούς ἀπομάκρυνε ὅλους ἀπό τήν λατρεία τῶν θεῶν.

Ὁ Κύνωψ λοιπόν ὅταν ἄκουσε αὐτά ὑπερηφανεύθηκε καί ἔκρινε ἀνάξιο τῆς ὑπολήψεως του τό νά πάει μόνος στή χώρα, γι’ αὐτό ὑποσχέθηκε στούς ἱερεῖς ὅτι θά στείλει ἕναν πονηρό δαίμονα στό σπίτι τοῦ Μύρωνος, γιά νά πάρει τήν ψυχή τοῦ Ἰωάννου πού ἔμενε ἐκεῖ καί νά τήν παραδώσει σέ αἰώνια καταδίκη.

Ἔστειλε λοιπόν ὁ Κύνωψ ἕνα ἄρχοντα τῶν πονηρῶν δαιμόνων πρός τόν Ἰωάννη, ὅπως ὑποσχέθηκε. Ὁ δαίμονας, ἀφοῦ πῆγε στό σπίτι τοῦ Μύρωνος, στάθηκε στό μέρος ἐκεῖνο ὅπου ἦταν ὁ Ἰωάννης. Τότε ὁ Ἰωάννης, ἀφοῦ ἔμαθε τό λόγο γιά τόν ὁποῖο ἦρθε τό δαιμόνιο, τό διέταξε ἄλλη φορά νά μήν ἐνοχλήσεις ἄνθρωπο, οὔτε νά γυρίσει στόν τόπο του, ἀλλά νά φύγει ἔξω ἀπ’ αὐτό τό νησί καί νά περιπλανᾶται ἐδῶ καί ἐκεῖ. Βλέποντας ὁ Κύνωψ ὅτι δέν ἐπέστρεψε σ’ αὐτόν τό πρῶτο δαιμόνιο ἔστειλε καί δεύτερο. Ἀλλά ἐπειδή καί αὐτό ἔπαθε τά ἴδια, ἔστειλε ἀκόμη καί ἄλλα δύο δαιμόνια, γιά νά μπεῖ τό ἕνα στό σπίτι ὅπου ἔμενε ὁ Ἰωάννης καί τό ἄλλο νά σταθεῖ ἔξω καί νά δεῖ αὐτά πού γίνονται καί νά γυρίσει νά τά φανερώσει στόν Κύνωπα. Ἐπειδή λοιπόν ἐκεῖνο τό δαιμόνιο, πού στεκόταν ἔξω, γύρισε καί φανέρωσε στόν Κύνωπα αὐτά πού ἔγιναν, ὀργίστηκε λοιπόν ὁ Κύνωψ καί πῆρε μαζί του ὅλα τά πλήθη τῶν δαιμόνων καί πῆγε στήν Χώρα. Πρόφτασε τόν Ἰωάννη ὁ Κύνωψ, τήν ὥρα πού δίδασκε τόν λαό, καί κυριεύτηκε ἀπό πολύ θυμό καί εἶπε στόν λαό πώς, ἄν εἶναι δίκαιος ὁ Ἰωάννης, ἄν μπορέσει νά κάνει ἐκεῖνο πού θά πῶ σ’ αὐτόν, τότε καί ἐγώ πιστεύω σ’ ὅλα ὅσα λέγει.

Τότε λέει ὁ Κύνωψ στόν Ἰωάννη: Δεῖξε πράγματι, ἄν εἶναι ἀληθινά τά λόγια σου, καί ἀφοῦ ἀνεβάσεις ἀπό τό βάθος τῆς θαλάσσης τόν πατέρα τοῦ νέου πού κρατοῦσε ἀπό τό χέρι, ὁ ὁποῖος πνίγηκε, φέρε τον μπροστά σ’ ὅλους μας ζωντανό καί ὑγιῆ. Ὅμως, ὁ Ἰωάννης ἀπάντησε πώς δέν μέ ἔστειλε ὁ Χριστός γιά νά ἀνασταίνω νεκρούς, ἀλλά γιά νά διδάσκω πλανεμένους ἀνθρώπους. Τότε ὁ Κύνωψ παρουσίασε ἕνα δαίμονα μέ τή μορφή τοῦ πατέρα τοῦ νέου. Στή συνέχεια, ἔκανε τό ἴδιο καί μέ ἕνα νέο πού εἶχε πνιγεῖ καί ὅλοι θαύμασαν καί προσκύνησαν τόν Κύνωπα καί ἤθελαν νά θανατώσουν τόν Ἰωάννη, ὅταν ὁ ἀπόστολος ἀπάντησε στόν Κύνωπα πώς τά θαύματά του γρήγορα θά διαλυθοῦν. Ὁ ὄχλος ὅρμησε τότε καί ἄρχισε νά χτυπᾶ ἄγρια τόν Ἰωάννη καί λίγο ἔλειψε νά τόν ἀφήσει νεκρό. Ἐπειδή νόμισε ὁ Κύνωψ ὅτι πέθανε ὁ Ἰωάννης εἶπε πρός τόν λαό. «Ἀφῆστε τον ἄταφο γιά νά τόν φάνε τά ὄρνια». Ὕστερα ἀπ’ αὐτά, ὅταν ἄκουσε ὁ Κύνωψ ὅτι ὁ Ἰωάννης ζεῖ καί διδάσκει τόν λαό σ’ ἕνα τόπο πού ὀνομάζεται Λίθου Βολή, κάλεσε τόν δαίμονα ἐκεῖνο πού χρησιμοποίησε γιά τίς νεκρομαντεῖες. Ἀφοῦ πῆγε λοιπόν στόν Ἰωάννη τοῦ εἶπε νά πάει στόν γιαλό μαζί του κι ἐκεῖ θά δεῖ τήν δύναμή του. Ἀφοῦ λοιπόν κτύπησε τά χέρια του κι ἔκανε κρότο, ἔγινε ἄφαντος ἀπό τά μάτια τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Ἰωάννης ἀμέσως προσευχήθηκε στόν Θεό νά μήν φανεῖ πλέον ζωντανός ὁ Κύνωψ, πράγμα τό ὁποῖο ἔγινε. Ἐπειδή λοιπόν ὁ λαός στάθηκε τρία μερόνυχτα περιμένοντας νά βγεῖ ὁ Κύνωψ ἀπ’ τήν θάλασσα, ἀπό τήν νηστεία ἐξαντλήθηκαν καί τρία παιδιά πέθαναν. Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τούς λυπήθηκε ὁ Ἰωάννης καί τά μέν παιδιά πού πέθαναν τά ἀνέστησε, τούς δέ ἀνθρώπους τούς ἔπεισε ὅλους νά πιστέψουν στόν Χριστό καί νά βαπτιστοῦν, ἀφοῦ ὁ ἄθλιος Κύνωψ καταποντίσθηκε πλέον στήν θάλασσα.

Ἡ συγγραφή τοῦ βιβλίου τῆς Ἀποκαλύψεως

Τό 94 ἤ 95 μ.χ ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ἐξορίστηκε ἀπό τόν Ρωμαῖο Αὐτοκράτορα Δομητιανό ἀπό τήν Ἔφεσο στή Πάτμο. Ἐκεῖ σέ μία σπηλιά πού ὀνομάζεται «Ἱερόν σπήλαιον τῆς Ἀποκαλύψεως» ὁ Ἰωάννης συνομίλησε μέ τόν Θεό καί ἐκεῖνος τοῦ ἀποκάλυψε τό προφητικό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως πού ὁ Ἰωάννης κατέγραψε μέ τή βοήθεια τοῦ μαθητῆ του Πρόχορου. Στή σπηλιά σχίστηκε ὁ βράχος σέ τρεῖς μικρότερες σχισμές πού συμβολίζουν τήν Ἁγία Τριάδα ἀπό τίς ὁποῖες σχισμές ἀκούγονταν ἡ φωνή τοῦ Θεοῦ, ὅταν ὑπαγόρευε στόν Ἰωάννη τό κείμενο τῆς Ἀποκάλυψης.

Ἡ συγγραφή τοῦ Εὐαγγελίου

Ὅταν βασίλευε ὁ αὐτοκράτορας Τραϊανός, κατά τό ἔτος 98, κλήθηκε ὁ Ἰωάννης νά ἀναχωρήσει ἀπό τήν Πάτμο καί νά πάει στήν Ἔφεσο. Οἱ Χριστιανοί ὅμως τῆς Πάτμου θρηνοῦσαν γιά τόν ἀποχωρισμό του. Ἐπειδή ὅμως δέν μποροῦσαν νά τόν ἐμποδίσουν, ζήτησαν ν᾿ ἀφήσει σ’ αὐτούς ἀντί γιά τόν ἑαυτό του τούς λόγους του καί νά γράψει σέ βιβλίο τό Μυστήριο ὅλης τῆς Οἰκονομίας τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Ἰωάννης λοιπόν νήστεψε τρεῖς μέρες ἔχοντας καί τούς ἄλλους Χριστιανούς νά νηστεύουν καί νά τόν βοηθοῦν μέ τήν προσευχή. Ἀνέβηκε ἔπειτα στό βουνό, πού ἦταν ἐκεῖ, μέ τόν μαθητή του Πρόχορο καί ἀνέβασε ὅλη του τή σκέψη στόν Θεό. Καί ἀμέσως ἀκούστηκαν βροντές καί ἀστραπές φοβερές καί νά σαλεύεται ὅλο τό βουνό, ὥστε ὁ μαθητής του Πρόχορος νά πέφτει ἀπό τόν φόβο του μέ τό πρόσωπο στήν γῆ καί νά γίνει σάν νεκρός. Ὁ Ἰωάννης ὅμως δέν φοβήθηκε, ἀλλά στάθηκε ὄρθιος, ἐπειδή ἡ τέλεια ἀγάπη πού εἶχε στόν Θεό ἔδιωχνε τόν φόβο ἀπ’ τήν καρδιά του ὅπως ὁ ἴδιος εἶπε: «Ἡ τέλεια ἀγάπη ἔξω βάλλει τόν φόβον» (Α΄ Ἰωάν. 4,18). Ἄκουσε λοιπόν μία βροντερή φωνή πού ἔλεγε: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος καί ὁ Λόγος ἦν πρός τόν Θεόν καί Θεός ἦν ὁ Λόγος» (Ἰωάν. 1,1). Ἀφοῦ τελείωσε λοιπόν ὅλο τό θεῖο Εὐαγγέλιο καί τό ἔγραψε μέ τό χέρι τοῦ Πρόχορου, τό παρέδωσε στούς Χριστιανούς πού τό ζήτησαν. Ἀπό κεῖ διαδόθηκε σ’ ὅλα τά πέρατα τοῦ κόσμου.

Ἐπάνοδος στήν Ἔφεσο καί μετάσταση

Ἀφοῦ ἐπανῆλθε πάλι στήν Ἔφεσο ὁ Ἰωάννης, πέρασε ἐκεῖ τήν ὑπόλοιπη ζωή του μέχρι ἑκατόν πέντε ἐτῶν πού μετέστη. Ἔκανε πάρα πολλά θαύματα καί ἐπέστρεψε ἀμέτρητα πλήθη ἀπίστων ἀπό διάφορα ἔθνη στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος ἀναφέρει, ὅτι στήν Ἔφεσο οἱ Χριστιανοί γιά νά φέρουν στίς συναθροίσεις τους τό γέροντα πιά Ἰωάννη, τόν κράταγαν στά χέρια τους. Κι ἐπειδή δέν μποροῦσε πιά νά τούς διδάσκει μέ πολλά λόγια, ἐπαναλάμβανε τή φράση: «Τεκνία μου ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» καί συμπλήρωνε: «Αὐτή εἶναι ἡ ἐντολή τοῦ Κυρίου μας καί ὅταν κάνετε τοῦτο, εἶναι ἀρκετό». Κάποια μέρα, ἀφοῦ ἔφτασε σ’ ἕνα τόπο, παρήγγειλε στούς μαθητές του νά καθίσουν ἐκεῖ, καί αὐτός ἀφοῦ προχώρησε μπροστά σέ μικρή ἀπόσταση, προσευχήθηκε. Ἦταν πρωί. Ἔπειτα, ἀφοῦ ἐπέστρεψε, πρόσταξε τούς μαθητές του νά σκάψουν τή γῆ σέ σχῆμα σταυροῦ, τόσο μόνον, ὅσο ἦταν τό μέτρο τοῦ σώματός του. Ἀφοῦ ξάπλωσε λοιπόν μέσα σ’ ἐκεῖνον τόν σκαμμένο τόπο, ἀποχαιρέτησε τούς μαθητές του καί εἶπε: «Σύρετε τό χῶμα τῆς γῆς πού εἶναι μητέρα μου καί μέ αὐτό σκεπᾶστε με». Ἐκεῖνοι, ἀφοῦ τόν ἀσπάστηκαν καί τόν ἀποχαιρέτησαν, σκέπασαν τό σῶμα του μέχρι τά γόνατα. Ἔπειτα πάλι, ἀφοῦ τόν ἀσπάστηκαν τόν σκέπασαν μέχρι τόν λαιμό. Καί πάλι ἀφοῦ γιά τρίτη φορά τόν ἀσπάστηκαν, ἔβαλαν πάνω στό ἱερό του πρόσωπο ἕνα μαντήλι. Καί ἔτσι κλαίγοντας πικρά σκέπασαν ὅλο τό σῶμα του. Τότε ἀνέτειλε καί ὁ ἥλιος.

Ἀφοῦ ἔκλαψαν οἱ μαθητές, γιατί ἔμειναν ὀρφανοί ἀπό τόν δάσκαλό τους, γύρισαν στήν πόλη διηγούμενοι τά σχετικά μέ τόν Ἀπόστολο. Οἱ ἄλλοι ἀδελφοί, ὅταν τά ἄκουσαν αὐτά, πῆγαν στόν τάφο καί ἀφοῦ ἔσκαψαν, δέν βρῆκαν τίποτε. Τότε λοιπόν ἐπέστρεψαν κλαίγοντας θερμά γιά τή στέρηση τέτοιου ποιμένος.

Ἀπό τό γεγονός αὐτό δημιουργήθηκε ἡ ἄποψη ὅτι τελικά δέν πέθανε, ἀλλά ὅτι ἀναλήφθηκε, ὅπως ὁ Ἠλίας καί ὁ Ἐνώχ. Ἡ Ἐκκλησία μας, λοιπόν, δέχεται ὅτι στόν ἀγαπημένο μαθητή τοῦ Κυρίου συνέβη ὅ,τι καί μέ τήν Παναγία μητέρα Του. Δηλαδή, ὁ Ἰωάννης ναί μέν πέθανε καί ἐτάφη, ἀλλά μετά τρεῖς ἡμέρες ἀναστήθηκε καί μετέστη στήν αἰώνια ζωή, γιά τήν ὁποία ὁ ἴδιος λέει σχετικά: «Ὁ ἔχων τόν υἱόν ἔχει τήν ζωήν, ὁ μή ἔχων τόν υἱόν τοῦ Θεοῦ τήν ζωήν οὐκ ἔχει» (Α' ἐπιστολή Ἰωάννου, ε' 12). Ἐκεῖνος, δηλαδή, πού εἶναι ἑνωμένος μέσω τῆς πίστης μέ τό Χριστό καί τόν ἔχει δικό του, ἔχει τήν ἀληθινή καί αἰώνια ζωή. Ἐκεῖνος, ὅμως, πού δέν ἔχει τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, νά ἔχει ὑπ’ ὄψιν του πώς δέν ἔχει καί τήν ἀληθινή καί αἰώνια ζωή.

Ὁ Ἰωάννης μᾶς διδάσκει ὅμως καί σήμερα μέ τό παράδειγμά του καί μέ τά πέντε θεόπνευστα βιβλία του. Ὁ Ἰωάννης ἐπειδή ἀποκάλεσε τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ «Λόγο», πρῶτος αὐτός ὀνομάστηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία μας «Θεολόγος». Στήν ἁγιογραφία εἰκονίζεται μέ ἕναν ἀετό κοντά στό κεφάλι του. Ἡ μνήμη τοῦ Ἀποστόλου Ἰωάννου ἑορτάζεται στίς 26 Σεπτεμβρίου. Ἡ ἑορτή τῆς 8ης Μαΐου, συνδέεται μέ τήν ἀνάδυση θαυματουργικῆς κόνεως (σκόνης) ἀπό τόν τάφο τοῦ Εὐαγγελιστοῦ, μέσω τῆς θαυματουργικῆς ἐπενέργειας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού οἱ ντόπιοι τήν ἀποκαλοῦσαν «ἐπίγειο μάνα»

Ἡ Θεολογία τοῦ Ἀποστόλου καί Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου.

Τό Εὐαγγέλιο καί οἱ ἐπιστολές τοῦ Ἰωάννη ἀπαρτίζουν τή βασική ἀρχή πού διέπει τή χριστολογία τοῦ Ἰωάννη, πώς ὁ Χριστός μόνος φανερώνει τό Θεό καί ἐξηγεῖ τά περί Θεοῦ (Ἰω. 1, 18). Ἀπώτερος σκοπός τῶν "σημείων" Του, εἶναι νά πιστέψει ὁ κόσμος ὅτι εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ (Ἰω. 20, 31). Ὁ Χριστός μπορεῖ καί ἀποκαλύπτει τό Θεό, διότι εἶναι ὁ Λόγος του.

Ἡ ἔννοια τοῦ Λόγου ἐδῶ λαμβάνει μία νέα διάσταση διαφορετική ἀπό αὐτήν πού εἶχε χρησιμοποιήσει ὁ Φίλων ὁ Ἰουδαῖος ἤ ὁ Πλάτωνας καί ὁ Ἀριστοτέλης. Ἡ θεολογία τῆς ἔννοιας τοῦ Λόγου ἔχει ἕνα νέο σαφές θεολογικό περιεχόμενο. Ὁ Λόγος εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ δημιουργός τοῦ σύμπαντος, τό φῶς καί ἡ ζωή τῆς ἀνθρωπότητας, ὁ ὁποῖος ἐνανθρώπησε γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου.

Ὁ Ἰωάννης μέ τό ὁμολογιακό κείμενο «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος καί ὁ Λόγος ἦν πρός τόν Θεόν καί Θεός ἦν ὁ Λόγος» (Ἰωάν. 1,1), ἀναφέρει πώς ὁ Λόγος εἶναι προαιώνιος καί θεῖος, ὅτι εἶναι ὁ δημιουργός τοῦ σύμπαντος κόσμου. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ἡ ζωή καί τό φῶς καί εἶναι σαφῶς Θεός. Ὁ Λόγος αὐτός ἐνσαρκώθηκε, καί ἡ ἐνσάρκωση αὐτή συνιστᾶ πλήρωση τοῦ ἀποκαλυπτικοῦ ἔργου τοῦ Θεοῦ, ὅπως δόθηκε στό Μωϋσῆ. Τό Θεό κανείς δέν εἶδε ποτέ, ἀναφέρει ὁ Ἰωάννης. Εἶναι ἀκατάληπτος καί ἀόρατος, ἀλλά γίνεται γνωστός μέ τή θεία ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου. Ὁ Λόγος ὡς μονογενής υἱός, πού εἶναι Θεός καί ὑπάρχει στούς κόλπους τοῦ Πατρός, εἶναι ὁ μόνος ἱκανός νά Τόν φανερώνει καί νά Τόν ἐξηγεῖ. Ὁ ἐναθρωπήσας Λόγος εἶναι ὁ ἴδιος πού ἐνήργησε ποικιλοτρόπως κατά τήν Παλαιά Διαθήκη γιά τό σχέδιο τῆς θείας οἰκονομίας. Ὁ Λόγος αὐτός εἶναι ὁ Μεσσίας, τόν ὁποῖον εἶδαν καί ἄκουσαν οἱ μαθητές Του. Εἶναι αὐτός πού θά ἔρθει μέ δόξα γιά νά δώσει τέλος στήν ἀνθρώπινη τραγωδία (Ἀποκ. 19, 11-16).

Στή θεολογία τοῦ Ἰωάννη τό εὐαγγέλιο ταυτίζεται μέ τόν Ἰησοῦ καί ἡ ὑποστατικότητα αὐτοῦ τονίζεται μέ τήν ἔννοια τοῦ "ἐγώ εἰμι". Ἡ φράση εἶναι σαφῶς βιβλική καθότι ὁ Θεός διαβεβαίωσε τόν Μωυσῆ στή βάτο ὅτι "ἐγώ εἰμι ὁ ὤν" (Ἔξοδος 3, 14). Ἐπίσης δηλώνει καί στόν ἰσραηλιτικό λαό πώς "Ἐγώ εἰμι ὁ θεός, καί οὔκ ἔστιν ἄλλος" (Ἠσαΐας 45,22). Ἐδῶ λοιπόν ὁ Θεός ὁμιλεῖ μέ ὑποστατικό τρόπο. Καί ὁ Θεός πού ὁμιλεῖ δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τόν ἄσαρκο Λόγο, πού φανερώνει καί τόν Πατέρα. Ὁ Ἰωάννης μᾶς ἀναφέρει μέ σαφήνεια περισσότερες ἀπό δέκα ὁμολογίες τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει ἐπίσης τό «ἐγώ εἰμι» (Ἰω. 4, 25-26. 6, 35. 8, 12. 8, 24. 8, 28. 10, 7-9 κ.α.). Ἀπό τίς δηλώσεις αὐτές εἶναι φανερό ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Θεός Λόγος, ὁ ὁποῖος, «Ὁ ἤν ἄπ ἀρχῆς, ὁ ἀκηκόαμεν, ὁ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ἐθεασάμεθα καί αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περί τοῦ λόγου τῆς ζωῆς· καί ἡ ζωή ἐφανερώθη, καί ἑωράκαμεν καί μαρτυροῦμεν καί ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τήν ζωήν τήν αἰώνιον, ἤτις ἤν πρός τόν πατέρα καί ἐφανερώθη ἡμῖν" (Α΄ Ἰωάννου 1, 1-2).


1. Ἡ λέξη Ἰωάννης εἶναι ἑβραϊκή λέξη καί σημαίνει «ἡ χάρις καί ἡ εὔνοια τοῦ Θεοῦ».

2. Ματθαῖος 4, 21-22. Μάρκος 1, 19-20. Λουκᾶς 5, 1-11

3. Υἱός βροντῆς

Print Email