άρθρα και κείμενα

Ορθόδοξα άρθρα και κείμενα

Μαρτυρία Κυριάκου Δημητρίου για τον παππού Χατζηφλουρέντζο

Λάρνακα, Νοέμβριος 2018

Ονομάζομαι Κυριάκος Δημητρίου, υιός του Δήμου Γιώρκου Χ” Δημήτρη και της Χαρίκλειας Χατζηφλουρέντζου από τη Μηλιά Αμμοχώστου.

Γεννήθηκα τον Μάρτιο του 1959. Από τον καιρό που άρχισα να καταλαβαίνω τους γονείς, παππούδες, γιαγιάδες, θείους, θείες και συγγενείς, άλλοι με φώναζαν Φλουρέντζο, άλλοι Κυριάκο. Δεν ήξερα το λόγο, ώσπου μία φορά με πήρε από το χέρι ο παππούς ο Χατζηφλουρέντζος και μου λέει: “όταν γεννήθηκες σε εκκλησίασαν Φλουρέντζο, όμως στη βάφτιση σου στην εκκλησία του Αγίου Επιφανίου, στην παρουσία μου που ήμουν καντηλανάφτης και ιερέας ο αδερφός μου ο Παπαμιχαήλ, με τη γνώμη των γονέων σου και των άλλων παππούδων σου, δεν ήθελα να βγει το όνομα μου και δεν θέλω ώσπου είμαι εν ζωή και έτσι σου δώσαμε το όνομα Κυριάκος που ήταν το όνομα της μάνας μου Κυριακούς, που μέχρι τότε δεν το έβγαλε κανένας”. Μου κρέμασε στο λαιμό ένα ξύλινο σταυρό και μου είπε να τον φοράς πάντα για να σε προσέχει ο Θεούλης Κυριάκο μου και να γίνεις καλός Χριστιανός τώρα που θα μαθαίνεις γράμματα στο σχολείο. Από εκείνη την ημέρα κανένας δεν με φώναξε ξανά Φλουρέντζο.

Όταν επέστρεφε από το περιβόλι περνούσε από το σπίτι μας και μας άφηνε γεωργικά προϊόντα που παρήγαγε. Πάντα κυκλοφορούσε με ποδήλατο και στο δισάκι πίσω στη σέλα είχε την εικόνα της Παναγίας μας. Πριν φύγει μας έβαζε να προσκυνήσουμε την Παναγία και μας έδινε την ευχή του.

Τον θυμάμαι φορούσε μαντήλα χειμώνα-καλοκαίρι, είχε γένια μεγάλα, ρούχα μαύρα, ήταν παντελονάς. Για ζώνη ένα μαντό, πανί που το γυρνούσε στη μέση δυο-τρεις φορές για να κρατεί τη μέση του που υπέφερε από τις σκληρές δουλειές που είχε κάνει.

Τον θυμάμαι επίσης όταν έφτιαχνε στην αυλή του σπιτιού μας φούρνο με πλυθάρια και τον βλέπαμε να ιδρώνει ενώ δεν έβγαζε τη μαντήλα από το κεφάλι του. Έλεγε συχνά την προσευχή Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με και σταυροκοπιόταν. Κάθε σειρά που έκτιζε τελείωνε με το Παναγιά αειπάρθενε βοήθησε με. Αυτές τις δύο προσευχές τις έχω ακόμη στα αυτιά μου και περισσότερο θυμάμαι τα μάτια του που ήταν συνεχώς δακρυσμένα.

Όταν μαζευόμασταν εμείς τα εγγόνια του, εγώ, ο αδερφός μου ο Γιώρκος, ο Άντρος και ο Θεοδόσης του Κούμα και ο Δημητράκης του Γιάννου, μας έβαζε να διαβάσουμε μέρος από το ευχητάριο που κρατούσε. Επίσης με τα λίγα γράμματα που ήξερε. Έπαιρνε αποκόμματα ξύλου από το ξυλουργείο του θείου Κούμα και μας έλεγε να γράψουμε από την Αγία Γραφή και το εορτολόγιο.

Τα ξύλα αυτά τα τοποθετούσε έξω από την εκκλησία για να τα διαβάζει ο κόσμος συνήθως στην Αυγασίδα όταν γινόταν λειτουργία.

Τώρα που αναφέρθηκα στην Αυγασίδα, το μοναστήρι της Παναγίας μας όπως το έλεγε ο γλυκός παπουλής, μας μάζεψε και μας πήγε με το φορτηγό ο γιός του θείος Αντρίκος (Ανδρέας), πήρε και υλικά για να βοηθήσουμε στην κατασκευή καλύβης της κληματαριάς. Στην ηλικία 8 με 10 χρόνων που ήμασταν τι βοήθεια να προσφέρουμε; Όμως τώρα που μεγάλωσα κατάλαβα τη σημασία της συγκέντρωσης, να μας φέρει δηλαδή πιο κοντά του και στην εκκλησία προπαντός.

Πηγαίναμε τακτικά στην εκκλησία, στο κατηχητικό, στις λειτουργίες και μας έδινε με τη σειρά τα εξαπτέρυγα. Μου έλεγε: “εσύ που είσαι ψηλός πάρε το σταυρό”. Την ώρα της θείας κοινωνίας μας έστελνε πρώτους να κοινωνήσουμε και να πάρουμε το αντίδωρο για ευχαριστία προς τον Κύριο Ιησού Χριστό που μας βοήθησε να γιορτάσουμε ακόμα μία χριστιανική γιορτή.

Έζησα και θυμάμαι, ήμουν 10 χρονών τότε - μήνας Οκτώβρης του 1969, το μαρτυρικό τέλος της ζωής του. Θυμάμαι τη μάνα μου που ήταν πάντα στο πλευρό του όταν απείχε για 16 μέρες από τροφή και νερό και δέχτηκε μόνον τρεις κουταλιές τσάι από το χέρι της κόρης του με το βλέμμα πάντα στην εικόνα του Ιησού Χριστού που πάντα μας έλεγε πως Αυτός τράβηξε τόσα για μας, εμείς τι κάναμε για Αυτόν;

Μετά που μας άφησε τόση παρακαταθήκη, εγώ ως ο εκκλησιαζόμενος Φλουρέντζος και μετά από επιθυμία του Κυριάκος, κληρονόμησα το αγιασμένο μεταφορικό του μέσο, το ποδήλατο Rallie 28 ιντσών, πού τόσες και τόσες διαδρομές και προσκυνήματα εξυπηρέτησε τον παππούλη. Με καμάρι ποδηλατούσα το πρώτο και αγαπημένο, δικό μου πια ποδήλατο και δοξάζω τον Θεό που είχα τέτοιο δώρο και από ποιόν, από τον παππού μου!

Θα σας αναφέρω και κάποιες ιστορίες με αυτό το ποδήλατο: Δεν είχε κλειδαριά και όταν πήγα στον ποδηλατά του χωριού μας να βάλω κλειδαριά, μου λέει: “αυτό το ποδήλατο είναι ευλογημένο, το είχε ο παππούς σου που ήταν άγιος άνθρωπος. Πόσο θα το ήθελα να το ανταλλάζαμε με ένα καινούργιο με ταχύτητες, με κλειδαριά και με φώτα μπροστά και πίσω...” Αυτός περίμενε να δεχτώ, έτσι νόμιζε. Μα η απάντησή μου ήταν: Ναι, εσύ που δεν το’ χεις το θέλεις και εγώ που το’ χω και είναι δώρο από τον καλύτερο μου παππού να μην το θέλω;; Δεν δέχομαι.” “Έτσι το είπα για να σε δοκιμάσω ρε Χαζημούνουιν”, έτσι τον ήξεραν στη Μηλιά το χωριό μας.

Σε μία άλλη περίπτωση το 1971-72 είχαμε συνεταιρικό περιβόλι με τον θείο Αντρίκο και φυτεύαμε ρέντα (λαχανικά) τα καλοκαίρια. Συμφωνήσαμε να τα πουλούμε εγώ και ο αδελφός μου ο Γιώργος πού ήταν του 1957, ενάμισι χρόνων μεγαλύτερος από εμένα. Είχε και αυτός ποδήλατο αλλά δεν ήταν 28 ιντσών, ούτε και ήταν το ποδήλατό του παππού Χατζηφλουρέντζου.

Αυτού του το αγόρασε ο άλλος παππούς ο Γιώρκος ο καφετζής. Γυρνούσαμε στο χωριό και στα άλλα γειτονικά χωριά Γύψου-Περιστερωνοπηγή-Λευκόνοικο, βάζαμε πίσω δύο κοφίνες με τα προϊόντα και ξεκινούσαμε. Ο καθένας έπιανε από μία γειτονιά. Εγώ τα πωλούσα όλα ενώ ο αδελφός μου έφερνε απούλητα. Μία μέρα το’ χε παράπονο ότι κρατούσα το ποδήλατό του παππούλη Χατζηφλουρέντζου που ήταν ευλογημένο και για αυτό ξεπουλούσα.

Τώρα τι να πρωτοθυμηθώ που οι πελάτες μας των γειτονικών χωριών που ήξεραν ότι είμαστε εγγόνια του Χατζηφλουρέντζου και μας έλεγαν πώς τον γνώριζαν και τι καλές συμβουλές έδινε, όπως να πηγαίνετε στην εκκλησία, να αγαπάτε τα παιδιά σας, να δίνετε ελεημοσύνη όταν μπορείτε και να δοξάζετε το Θεό για αυτά που έχετε.

Αιωνία σου η μνήμη παπούλη και να’ σαι σίγουρος πως θα βρω το μνήμα σου μια μέρα. Από την πρώτη μέρα που άνοιξαν τα οδοφράγματα ήμουν εγώ μαζί με άλλους συγγενείς που σε αναζητήσαμε. Πήγαμε ξανά με τη μάνα μου, με τους θείους, τα παιδιά σου, αλλά δεν σε εντοπίσαμε εκεί που σε αφήσαμε στο κοιμητήριο του χωριού. Περιμένω την ώρα που θα πάμε ελεύθεροι να σε βρούμε και θα έχεις τις τιμές που σου αξίζουν.