Κυριακή Θ’ Ματθαίου [κείμενο]

Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου – ομιλία Ν’ εις το κατά Ματθαίον, ο Κύριος περιπατών επί των κυμάτων

Α.

Γιατί ανεβαίνει στο βουνό; Γιατί μας διδάσκει, ότι είναι καλή η ερημιά και η μοναξιά, όταν πρέπη να προσευχηθούμε στο Θεό. Γι’ αυτό φεύγει αδιάκοπα στις ερημιές κι εκεί πολλές φορές περνά τη νύχτα του με προσευχή. Μας διδάσκει νά επιδιώκωμε στις προσευχές μας τη γαλήνη που προσφέρει η ώρα κι ο τόπος. Μητέρα της ησυχίας είναι η έρημος, και γαλήνη και λιμάνι, μας προφυλάγει από τους θορύβους. Γι’ αυτό λοιπόν εκείνος έπαιρνε το δρόμο του βουνού.

Και οι μαθηταί ταλαιπωρούνται πάλι κι υπομένουν τρικυμία, όπως και προηγουμένως, μόνο που τότε ήταν μαζί τους στο πλοίο, ενώ τώρα είναι μόνοι τους. Ήρεμα και προσεκτικά τους κοιτάζει και τους μεταφέρει στα ψηλότερα και στην γνήσια αντιμετώπιση όλων. Γι’ αυτό, όταν ήταν να κινδυνέψουν για πρώτη φορά, ήταν μαζί τους μόνο που κοιμόταν, ώστε να τους βοηθήσει αμέσως. Τώρα όμως δεν το κάνει αυτό, επειδή θέλει να τους οδηγήση σε ανώτερη υπομονή. Αλλά φεύγει και επιτρέπει στη μέση της θάλασσας να σηκωθή η τρικυμία, ώστε από πουθενά να μην περιμένουν ελπίδα σωτηρίας και τους αφήνει όλη τη νύχτα να ταλαιπωρούνται, ξυπνώντας την καρδιά τους από το λήθαργό της. Λήθαργος είναι ο φόβος που προκαλεί η τρικυμία και η δύσκολη περίσταση. Μαζί με το ξύπνημα τους κάνει να επιθυμήσουν περισσότερο την παρουσία του και να τον θυμούνται αδιάκοπα. Γι’ αυτό δεν ήρθε αμέσως κοντά τους.

Την τετάρτη φυλακή της νυκτός, λέει ο Ευαγγελιστής, πήγε σ’ αυτούς περπατώντας πάνω στη θάλασσα. Ήθελε να τους διδάξη να μη ζητούν άμεση λύση των δεινών τους αλλά να υπομένουν με γενναιότητα ο,τι τους τύχαινε. Και ακριβώς όταν τους γεννήθηκε η ελπίδα ότι θ’ απαλλαγούν, τότε δυνάμωσε πάλι ο φόβος. Όταν τον είδαν οι μαθηταί να περπατά πάνω στη θάλασσα ταράχτηκαν, λέγοντας πως είναι φάντασμα κι έβαλαν κραυγή από το φόβο τους. Πάντοτε κάνει το ίδιο. Όταν είναι να διαλύση δεινά, προσθέτει άλλα βαρύτερα και πιο φοβερά. Αυτό έγινε και τότε. Μαζί με το χειμώνα τους ετάραξε και το θέαμα όχι λιγώτερο από το χειμώνα. Γι’ αυτό ούτε το σκοτάδι διέλυσε ούτε φανέρωσε αμέσως τον εαυτό Του. Τους γύμναζε, όπως είπα, με τη συνέχεα των φόβων και τους εδίδασκε να είναι καρτερικοί. Το ίδιο έκαμε και στη περίπτωση του Ιώβ, όταν ήταν να σταματήση τον πειρασμό. Τότε επέτρεψε να ρθούν τα χειρότερα. Δεν εννοώ το θάνατο των παιδιών ή τα λόγια της γυναίκας του αλλά τις βρισιές των δούλων και των φίλων του.

Κι όταν ήταν να αρπάξη τον Ιακώβ από τη ταλαιπωρία του στην ξένη χώρα, τότε άφησε να δημιουργηθή και να γίνη μεγαλύτερη ταραχή. Γιατί κι ο προστάτης του τον έπιασε και τον απειλούσε με θάνατο, κι όταν ύστερα απ’ αυτόν ήταν να τον διαδεχθή ο αδελφός του, τον απείλησε με τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Επειδή δεν είναι δυνατό και μακροχρόνιος και έντονος να είναι ο πειρασμός. Επιτείνει ο Θεός τις δοκιμασίες των δικαίων, όταν πλησιάζη η έκβαση του αγώνα τους, θέλοντας να τούς προσπορίση περισσότερο κέρδος. Το ίδιο έκαμε και στον Αβραάμ, ορίζοντάς του τελευταίον άθλο τη θυσία του παιδιού του. Έτσι μπορεί να υποφέρει κανένας τα ανυπόφορα όταν έρχωνται στο τέλος, κι η απαλλαγή απ’ αυτά είναι κοντά. Αυτό λοιπόν έκαμε και τότε και δε φανέρωσε πρωτύτερα ο Χριστός τον εαυτό του, ώσπου έβαλαν κραυγή. Όσο περισσότερο επιτεινόταν η αγωνία τους, τόσο με χαρά μεγαλύτερη δέχτηκαν την παρουσία του.

Έπειτα, όταν εφώναζαν, λέει, Αμέσως τους μίλησε ο Χριστός, «Θάρρος. Εγώ είμαι. Μη φοβάστε». Αυτός ο λόγος έδιωξε τον φόβο τους και τους έκαμε ν’ αναθαρρήσουν. Επειδή με τα μάτια τους δεν τον καταλάβαιναν απ’ το παράδοξο βάδισμα και τη δύσκολη στιγμή, φανερώνεται από τη φωνή. Κι ο Πέτρος, ο ζωηρός σε όλα και πιο βιαστικός από τους άλλους, δεν κρατιέται• Αν είσαι συ, Κύριε, πρόσταξε με να έλθώ κοντά σου πάνω στο νερό. Δεν είπε προσευχήσου και παρακάλεσε αλλά πρόσταξέ με. Βλέπετε ζωηρότητα και πίστη; Μ’ όλο που σε πολλά αυτή τον κάμει να κινδυνεύη, γιατί ζητά πέρα απ’ το μέτρο. Κι εδώ πολύ μεγάλο ζήτησε, μόνο από αγάπη, όχι για επίδειξη. Δεν είπε πρόσταξε με να βαδίσω στα νερά, αλλά πρόσταξε με ναρθώ κοντά σου. Κανένας δεν αγαπούσε περισσότερο απ’ αυτόν τον Ιησού• το ίδιο έκαμε καί μετά την ανάσταση. Δεν κρατήθηκε ναρθή μαζί με τους άλλους, αλλά έτρεξε πρώτος.

Και δε δείχνει την αγάπη μόνο παρά και την πίστη. Γιατί δεν πίστεψε μονάχα ότι μπορεί ο Χριστός να περπατά πάνω στη θάλασσα αλλά ότι μπορεί και σ’ άλλους να δώση αυτή τη δύναμη και θέλει αμέσως να βρεθή κοντά του. Εκείνος του είπε, έλα. Κατέβηκε τότε ο Πέτρος από το πλοίο, περπάτησε πάνω στο νερό και πήγε προς τον Ιησού. Βλέποντας όμως ισχυρό τον αέρα, φοβήθηκε κι όταν άρχισε να βουλιάζη, έβγαλε δυνατή κραυγή• Κύριε σώσε με. Αμέσως ο Ιησούς άπλωσε το χέρι του και τον έπιασε.

Γιατί δίστασες, ολιγόπιστε; Αυτό είναι πιο παράδοξο από το πρώτο. Γι’ αυτό γίνεται δεύτερο. Όταν έδειξε πως είναι Κύριος της θάλασσας, τότε οδηγεί και στο μεγαλύτερο θαύμα. Τότε μόνο τους ανέμους επιτίμησε τώρα και ο ίδιος βαδίζει και σ’ άλλον δίνει τη δύναμη να κάνη το ίδιο. Αν αυτό πρόσταζε να γίνη από την αρχή, ο Πέτρος δε θα το δεχόταν όμοια, γιατί δεν είχε αποκτήσει ακόμα τόση πίστη.

Β.

Για ποιό λόγο το επέτρεψε ο Χριστός; Αν του έλεγε, Δεν μπορείς, μπορεί να έφερνε αντίρρηση, επειδή ήταν ζωηρός. Γι’ αυτό αφήνει να πεισθή από τα πράγματα, για να γίνη φρονιμώτερος στο μέλλον. Ούτε έτσι δε σταματά. Κατεβαίνει και παραδίδεται στον κλυδωνισμό• δοκίμασε φόβο• τον κλυδωνισμό τον προξένησε η τρικυμία, το φόβο ο άνεμος. Ο Ιωάννης γράφει ότι Ήθελαν να τον πάρουν στο πλοίο κι αμέσως το πλοίο προσέγγισε στη γη, όπού κατευθύνονταν. Και λέει το ίδιο ακριβώς. Ώστε ενώ ήταν να βγούνε στη γη, μπήκε στο πλοίο. Κατέβηκε λοιπόν από το πλοίο και πήγαινε σ’ εκείνον. Δε χαιρόταν τόσο, που παραπατούσε πάνω στα νερά, όσο γιατί πήγαινε κοντά σ’ εκείνον. Κι ενώ νίκησε το μεγαλύτερο, κακοπαθεί από το λιγώτερο, την ορμή του ανέμου, όχι της θάλασσας. Αυτή είναι η ανθρώπινη φύση• πολλές φορές πετυχαίνει τα μεγάλα, ενώ αποτυχαίνει στα μικρά. Ο,τι έπαθε ο Ηλίας με την Ιεζάβελ, ότι ο Μωϋσής με τον Αιγύπτιο κι ο Δαυϊδ με τη Βηρσαβεέ. Έτσι κι αυτός. Ενώ ο φόβος ήταν ακόμα στο κορύφωμά του, έκαμε θάρρος να περπατήση στα νερά. Στο φύσημα όμως του ανέμου δεν μπόρεσε πια να σταθή, και μάλιστα ενώ ήταν κοντά στο Χριστό.

Απ’ αυτό φαίνεται ότι δεν ωφελεί να είσαι κοντά στο Χριστό, αν δεν πιστεύης. Αυτό και την απόσταση του Δασκάλου δείχνει από το μαθητή και ησύχασε και τους άλλους. Γιατί αν θύμωσαν με τους δύο αδελφούς, πολύ περισσότερο θα θύμωναν εδώ. Δεν είχαν ακόμα αξιωθή το Άγιο Πνεύμα. Έπειτα άλλαξαν. Παντού παραχωρούν τα πρωτεία στον Πέτρο και στις ομιλίες προς το λαό αυτόν βάζουν μπροστά, αν και ήταν τραχύτερος από τους άλλους. Γιατί τώρα δεν πρόσταξε τους ανέμους να σταματήσουν, αλλά άπλωσε ο ίδιος το χέρι και τον έπιασε; Γιατί ήταν ανάγκη να πιστέψη εκείνος. Όταν υστερούμε εμείς, αδρανεί ο Θεός. Δείχνοντας ο τι τη μεταβολή δεν την έκαμε το φύσημα του ανέμου αλλά η ολιγοπιστία του, του λέει• Γιατί δίστασες, ολιγόπιστε; Ώστε αν δεν ασθενούσε η πίστη, θ’ αντιστεκόταν εύκολα καί στον άνεμο. Γι’ αυτό κιόλα τον πιάνει απ’ το χέρι κι αφήνει να φυσά, δείχνοντας ότι σε τίποτα αυτό δεν εμποδίζει, όταν η πίστη είναι σταθερή.

Και όπως τό μικρό πουλί, που βγαίνει μια στιγμή απ’ τη φωλιά κι είναι να γκρεμιστή, το αρπάζη η μάννα του στα φτερά της και το φέρνει στη φωλιά πάλι, έτσι έκαμε κι ο Χριστός. Όταν μπήκαν στο πλοίο, κόπασε ο άνεμος. Πριν από τούτο ρωτούσαν ποιός είναι αυτός ο άνθρωπος που τον ακούν οι άνεμοι κι η θάλασσα. Τώρα δε λένε έτσι. Αυτοί που ήσαν στο πλοίο ήρθαν και τον προσκύνησαν, γράφει, και του είπαν• Είναι αληθινά γιος του Θεού. Βλέπετε πως βαθμιαία τους ανέβασε όλους ψηλότερα; Κι από το βάδισμα πάνω στη θάλασσα κι από τη διαταγή του σε άλλον να κάμη το ίδιο, κι από τη διάσωση εκείνου που κινδύνευε, πολλή πίστη προξενήθηκε.

Τότε επετίμησε τη θάλασσα• τώρα δεν την επιτιμά• με άλλον τρόπο ανώτερο δείχνει τη δύναμή του. Γι αυτό κι έλεγαν. Είσαι αληθινά Γιος του Θεού. Μήπως τους εμάλλωσε επειδή το είπαν αυτό; Αντίθετα, επιβεβαίωσε το λόγο, θεραπεύοντας με μεγαλύτερη εξουσία, κι όχι όπως πρώτα, όσους πλησιάζουν.

Πέρασαν απέναντι λέει ο Ευαγγελιστής, κι ήρθαν στην Γεννησαρέτ. Και όταν τον κατάλαβαν οι άνθρωποι του τόπου έστειλαν σ’ όλη την περιοχή και του έφεραν όλους τους ασθενείς και παρακαλούσαν ν’ αγγίσουν την άκρη του ρούχου του. Κι όσοι άγγισαν σώθηκαν. Ούτε τον πλησίαζαν όπως προηγουμένως. Δεν τον τραβούσαν στα σπίτια τους, ούτε ζητούσαν ν’ αγγίζουν το χέρι του ή με το λόγο του να διατάζη. Αλλά ζητούσαν τη θεραπεία με τρόπο ανώτερο, πνευματικώτερο και με περισσότερη πίστη. Τον τρόπο αυτό τον δίδαξε η γυναίκα με την αιμορραγία και θέλοντας ο Ευαγγελιστής να δείξη ότι είχε έρθει στα μέρη αυτά έπειτα από πολύν καιρό, μας λέει ότι Μόλις πήραν είδηση οι κάτοικοι της περιοχής έστειλαν γύρω και του έφεραν όλους τους άρρωστους. Ο καιρός όμως όχι μόνο την πίστη δεν έσβησε, αλλά και μεγαλύτερη την έκαμε και τη διατήρησε.

Ας αγγίσωμε λοιπόν κι εμείς την άκρη του ρούχου του. Ας μη ξεχνούμε καλύτερα, ότι τον έχομε όλον στη διάθεσή μας. Ιδού και το σώμα του εδώ εμπρός μας. Όχι μονάχα το ρούχο, αλλά και το σώμα του. Και όχι μόνο για να τον αγγίσωμε αλλά και να φάμε και να τον πάρωμε μέσα μας. Ας πλησιάσωμε λοιπόν με πίστη, καθένας που έχει ασθένεια. Αν αυτοί που άγγισαν το ρούχο, άντλησαν τόση δύναμη, πόσο περισσότερη θα πάρουν αυτοί που τον κατέχουν ολόκληρο; Και δεν ενδιαφέρει μόνο το να λάβωμε αλλά και το να προσέλθωμε με πίστη και να τον αγγίσωμε με καθαρή καρδιά, να αισθανθούμε έτσι, αφού θα Τον δεχθούμε με τον ίδιο το Χριστό. Δεν ακούτε βέβαια τη φωνή Του, αλλά τον βλέπετε να κοίτεται μπροστά μας. Αλλά και τη φωνή του ακούτε: Μιλάει μέ το στόμα των ευαγγελιστών.

Γ.

Πιστέψετε λοιπόν, ότι και τώρα είναι εκείνο το δείπνο, όπου κι ο ίδιος είχε λάβει μέρος. Σε τίποτα δεν διαφέρει το ένα από το άλλο. Δεν κάμει τούτο άνθρωπος κι εκείνο ο ίδιος, αλλά ο ίδιος και τα δύο. Όταν βλέπετε λοιπόν τον ιερέα να σας κοινωνή, μη νομίζετε ότι είναι ο ιερεύς, αλλά ότι απλώνεται το χέρι του Χριστού. Κι όταν ο ιερεύς σε βαπτίζει, ο Θεός με την αόρατη δύναμή του είναι που σού κρατάει το κεφάλι και μήτε άγγελος μήτε αρχάγγελος μήτε κανένας άλλος τολμά να πλησιάση και ν’ αγγίση. Έτσι και τώρα. Όταν σε αναγεννά ο Θεός, είναι δική του δωρεά.

Κοιτάξετε αυτούς που υιοθετούν εδώ, πως δεν αναθέτουν σε δούλους τους αλλά παρουσιάζονται οι ίδιοι στο δικαστήριο. Ίδια κι ο Θεός δεν αναθέτει στους αγγέλους να κάνουν το δώρο. Είναι παρών ο ίδιος και προστάζει• Μη φωνάξετε πατέρα πάνω στη γη. Δεν το λέει για να προσβάλωμε εκείνους που μάς γέννησαν αλλά για να δώσωμε την πρώτη θέση απ’ όλους εκείνους σ’ αυτόν που μάς έπλασε και μας έγραψε παιδιά του. Αυτός μας έδωσε μεγαλύτερο Δώρο, αφού μας παράθεσε τον εαυτό του, πολύ περισσότερο δε θα μας θεωρήση ανάξιους να μας μοιράση το σώμα του. Ας ακούσωμε λοιπόν όλοι, ιερείς και λαός, για ποιό πράγμα κριθήκαμε άξιοι. Ας ακούσωμε κι ας φρίξωμε.

Μας έκαμε το δώρο να χορτασθούμε από τις άγιες σάρκες του, εθυσίασε για μας τον εαυτό του και μας τον παραθέτει. Ποιά θα είναι λοιπόν η απολογία μας, όταν, με τέτοια τροφή, κάνουμε τέτοιες αμαρτίες; Όταν τρώμε το αρνίο και γινόμαστε λυκοι, όταν τρεφώμαστε με πρόβατο κι κράζωμε όπως τα λεοντάρια; Το μυστήριο της Θείας Κοινωνίας απαιτεί ν’ απέχωμε παντοτινά όχι μόνο από αρπαγές αλλά κι από το απλό μίσος. Τούτο είναι το μυστήριο της ειρήνης. Δεν επιτρέπει να διεκδικούμε υλικά πράγματα. Γιατί αν ο ίδιος δε λυπήθηκε τον εαυτό του για χάρη μας, για ποιά τιμωρία θα είμαστε άξιοι εμείς να όταν λογαριάζωμε τα πράγματα και να μη λογαριάζωμε την ψυχή μας, που για χάρη της εκείνος δε λογάριασε τον εαυτό του;

Και στους Ιουδαίους έδωσε με τις εορτές ευκαιρίες να θυμούνται κάθε χρόνο τις ευεργεσίες του, σ’ εμάς με τούτα τα μυστήρια έδωσε ευκαιρία καθημερινή. Μη ντρέπεσαι λοιπόν για το σταυρό. Αυτά είναι δικά μας σεμνώματα, αυτά τα μυστήρια τά δικά μας, Αυτό είναι το κόσμημα, που το στολιζόμαστε. Κι αν πω ότι τέντωσε τον ουρανό, ότι άπλωσε τη γη και τη θάλασσα, πως έστειλε προφήτες κι αγγέλους, κανένα δεν είναι ίσο μ’ εκείνο. Η κορωνίδα των αγαθών είναι αυτό, ότι δηλαδή δεν υπολόγισε τον Γιο του, για να σώση τους δούλους που αποξενώθηκαν απ’ αυτόν.

Κανένας Ιούδας, λοιπόν και κανένας Σίμωνας ας μην πλησιάση σ’ αυτό το τραπέζι: κι οι δύο χάθηκαν από τη φιλαργυρία τους. Ας αποφύγωμε αυτό το βάραθρο κι ας μη νομίζωμε ότι μας φτάνει για τη σωτηρία μας αφού γδύσωμε τις χήρες και τα ορφανά , ποτήριο από χρυσό και αδαμαντοποίκιλτο να προσφέρωμε στην τράπεζα. Αν θέλωμε να τιμήσωμε τη θυσία, ας προσφέρωμε την ψυχή μας που γι’ αυτήν θυσιάστηκε. Αυτή να κάμωμε χρυσή. Αν αυτή μένει χειρότερη από κόκκαλο και μολύβι κι είναι μόνο το σκεύος χρυσό, ποιό το όφελος;

Ας μη προσέχωμε λοιπόν αυτό μονάχα, πως να προσφέρωμε σκεύη χρυσά αλλά και να προέρχωνται από δίκαιους κόπους. Τότε είναι πολυτιμότερα από τα χρυσά, όταν δεν έχουν πλεονεξία. Δεν είναι η Εκκλησία χρυσοχοείο ούτε αργυροκοπείο, αλλά σύναξη αγγέλων. Γι’ αυτό έχομε ανάγκη από ψυχές. Για χάρη των ψυχών δέχεται όλα αυτά ο Θεός. Δεν ήταν τότε εκείνο το τραπέζι από ασήμι ούτε το ποτήρι από χρυσό, που μ’ εκείνο έδωσε ο Χριστός στους μαθητάς του το αίμα του. Ήσαν όλα εκείνα ακριβά και φρικτά, γιατί ήσαν γεμάτα από πνεύμα.

Θέλεις να τιμήσης το σώμα του Χριστού; Μην το περιφρονήσης γυμνό. Μήτε να τον τιμάς εδώ με ρούχα μεταξωτά και ν’ αδιαφορήσης, όταν τον βλέπης να πεθαίνη έξω από την παγωνιά και τη γύμνια. Ο ίδιος που είπε Αυτό είναι το σώμα μου, και το επιβεβαίωσε με το λόγο του, είπε και το άλλο• Με είδατε πεινασμένο και δε μου δώσατε φαγητό. Και ακόμα. Αφού δεν το επράξατε σ’ έναν από αυτούς τους ασήμαντους, δεν το επράξατε ούτε σ’ εμένα. Αυτό δεν χρειάζεται ρούχα, αλλά καθαρή ψυχή. Εκείνο όμως χρειάζεται πολλή φροντίδα. Ας μάθωμε λοιπόν να ζούμε πνευματικά και να τιμούμε το Χριστό, όπως εκείνος θέλει. Γιατί η πιο ευχάριστη τιμή για τον τιμώμενο είναι αυτή που ο ίδιος θέλει, όχι αυτή που εμείς νομίζομε.

Κι ο Πέτρος απέδειξε ότι τον τιμούσε, εμποδίζοντάς τον όμως να του πλύνη τα πόδια• αυτό που έκανε όμως ήταν αντίθετο της τιμής. Κι εσύ να τον τιμάς με την τιμή, που ο ίδιος ώρισε• ξοδεύοντας τον πλούτο σου στους φτωχούς. Δεν έχει ο Θεός ανάγκη από χρυσά σκεύη αλλά από ψυχές χρυσές.

Δ.

Δε θέλω να εμποδίσω να κατασκευάζωνται πολύτιμα αφιερώματα. Θεωρώ όμως ότι μαζί μ’ αυτά και πριν απ’ αυτά αξίζει να ασκούμε την ελεημοσύνη. Κι αυτά τα δέχεται, περισσότερο όπως εκείνη. Σ’ αυτά ωφελείται μόνο αυτός που προσφέρει, σ’ εκείνην όμως κι αυτός που δέχεται. Εδώ μπορεί να νομιστή το πράγμα σαν αφορμή φιλοδοξίας, ενώ εκεί όλα είναι ελεημοσύνη και φιλανθρωπία. Ποιό το όφελος να είναι γεμάτη η τράπεζά του από χρυσά ποτήρια κι ο ίδιος να πεθαίνει της πείνας; Χόρτασε πρώτα την πείνα του και τότε ως εκ περισσού στόλισε και την τράπεζά του. Αφιερώνεις χρυσό ποτήρι και δεν προσφέρης ένα ποτήρι νερό; Τι ωφελείσαι; Κάμεις χρυσοκέντητα σκεπάσματα της Τράπεζας και δεν δίνεις στον ίδιο μέρος απαραίτητο για κατάλυμα, τι κερδίζεις απ’ αυτό; Πέστε μου.

Αν βλέπαμε κάποιον που στερείται την απαραίτητη τροφή και αφίνοντάς τον να εύρη τρόπο να υπερνικήση τη πείνα του, εμείς ντύναμε μονάχα με ασήμι το τραπέζι του, άραγε θα μας αναγνώριζε τη χάρη και δε θα δοκίμαζε μεγαλύτερη αγανάκτηση; Κι αν τον εβλέπαμε ντυμένο με κουρέλια και το κρύο να τον παγώνη και αντί να του δώσωμε ρούχα, του φτιάχνομαι χρυσούς κίονες λέγοντας ότι το κάνομε για να τον τιμήσωμε, δε θα ισχυριζόταν ότι τον ειρωνευόμαστε και δε θα θεωρούσε το πράγμα έσχατη ύβρη;

Σκέψου το αυτό και στην περίπτωση του Χριστού. Όταν γυρίζη πλάνος και ξένος, έχοντας ανάγκη από στέγη, κι εσύ αντί να τον υποδεχτής, στολίζης τα πατώματα και τους τοίχους και τα κιονόκρανα και κρεμάς αλυσιδες από λαμπάδες ασημένιες και καθόλου δε θέλης να κοιτάξης τον ίδιο που είναι αλυσοδεμένος στο δεσμωτήριο. Δεν τα λέγω αυτά επειδή θέλω να σας ανακόψω από τέτοιες φιλοτιμίες, αλλά να κάμετε αυτά μαζί μ’ εκείνες, ή μάλλον για να σας συστήσω να κάνετε αυτά πριν απ’ αυτές. Κανένας δεν κατηγορήθηκε, επειδή δεν ενδιαφέρθηκε γι’ αυτά. Για την παραμέληση όμως των άλλων αιωρείται η απειλή της γέενας και της άσβηστης φωτιάς και η τιμωρία μαζί με τους δαίμονες.

Μη στολίζης λοιπόν το ναό τη στιγμή που αδιαφορείς για τη θλίψη του αδελφού σου. Αυτός είναι από κείνον ανώτερος ναός. Και τα κειμήλια αυτά θα μπορέσουν να τ’ αφαιρέσουν και βασιλιάδες άπιστοι και τύραννοι και λησταί. Όσα όμως προσφέρεις στον πεινασμένο αδελφό σου, και τον ξένο και τον γυμνό ούτε ο ίδιος ο διάβολος δεν μπορεί να τα κλέψη, αλλά παραμένουν σε θησαυροφυλάκιο απαραβίαστο. Γιατί λοιπόν αυτός λέγει Τους φτωχούς πάντα τους έχετε μαζί σας, εμένα όχι πάντα; Γι’ αυτό περισσότερο να ελεούμε, γιατί δε θα τον έχωμε πάντα κοντά μας πεινασμένο αλλά στην παρούσα ζωή μονάχα.

Αν θέλης μάλιστα να καταλάβης όλο το νόημα του λόγου, μάθε ότι αυτό δεν ειπώθηκε στους μαθητάς –κι ας νομίζεται έτσι-αλλά στην άρρωστη γυναίκα. Επειδή δεν ήταν ακομα σε κατάσταση τελειότητος κι οι μαθηταί του της έφεραν δυσκολίες, θέλοντας να την κερδίση της μιλούσε έτσι. Επειδή τα είπε αυτά για να την ενισχύση, πρόσθεσε• Γιατί ταλαιπωρείται την γυναίκα; Κι επειδή έχομε κι εκείνον πάντα μαζί μας, λέγει. Εγώ είμαι μαζί σας όλες τις μέρες ως την συντέλεια της ζωής.

Απ’ αυτά φαίνεται, ότι για τίποτ’ άλλο δεν τα έλεγε αυτά παρά μόνο για να μην καταμαράνη η επιτήμηση των μαθητών την πίστη της γυναίκας που παρουσιάστηκε τότε. Ας μη συζητούμε τώρα γι’ αυτά που για κάποιο λόγο έχουν λεχθή. Αλλά ας διαβάσωμε όλους τους νόμους που έβαλε στην Καινή και στην Παλαιά για την ελεημοσύνη κι ας δείξωμε γι’ αυτή μεγάλο ενδιαφέρον. Αυτό καθαρίζει αμαρτίες. Δώστε ελεημοσύνη κι όλα θα γίνουν καθαρά. Αυτό είναι ανώτερο από τη θυσία. Ελεημοσύνη θέλω και όχι θυσία. Αυτό ανοίγει τους ουρανούς• Οι προσευχές σου και οι ελεημοσύνες σου ανέβηκαν κοντά στο Θεό, δική σου υπόμνηση.

Αυτό είναι πιο απαραίτητο από την παρθενία. Έτσι αποδιώχτηκαν εκείνες από το νυμφώνα, έτσι οι άλλες ωδηγήθηκαν σ’ αυτόν. Όλα αυτά ας τα κάνωμε συνείδησή μας κι ας σπείρωμε με φιλοτιμία, για να θερίσωμε με περισσότερη αφθονία. Έτσι θα επιτύχωμε τα μελλοντικά αγαθά με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Σ’ αυτόν ανήκει η δόξα στον αιώνα. Αμήν.


Μητροπολίτου Τρίκκης και Σταγών Διονυσίου
Πατερικόν Κυριακοδρόμιον
Τόμος Δεύτερος
Αθήναι 1969
σελ.218-227

ΠΗΓΗ: Κηρύγματα.blogspot.gr

Ἱερᾶ Καλύβη Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου
Νέα Σκήτη Τ.Κ. 63087 Ἅγιον Ὄρος
Τηλ. 2377023044
This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.